Η ρητορική των στρατιωτικών και η στολή παραλλαγής του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ στο ΚΥΣΕΑ - Παράγει ή όχι αποτροπή μια τέτοια κίνηση;

Η ρητορική των στρατιωτικών και η στολή παραλλαγής του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ στο ΚΥΣΕΑ – Παράγει ή όχι αποτροπή μια τέτοια κίνηση;

Η εικόνα του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ με στολή παραλλαγής στο ΚΥΣΕΑ υπερπροβλήθηκε από τον Τύπο, ως εργαλείο για να περάσει το μήνυμα ότι η Ελλάδα σκληραίνει τη στάση της. Είναι όμως έτσι;

Αν σκεφτεί κάποιος ότι ελάχιστη ώρα αργότερα το Oruc Reis πόντιζε καλώδια στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, μάλλον δεν πήρε το μήνυμα η τουρκική πλευρά. Προφανώς το μήνυμα είχε αποδέκτη το εσωτερικό μέτωπο. Και τέτοια μηνύματα βλέπουμε όλο και πιο συχνά μέσα στο 2020.

Παράγει αποτροπή η στολή παραλλαγής του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ;

Αυτά ακριβώς τα μηνύματα αποκωδικοποιεί ο Ανδρέας Καρατζής στο Geoeurope.org όπου γράφει:

Από τις αρχές του 2020 η ρητορική των στρατιωτικών, έχει αυξηθεί. Αυτά που διακηρύσσουν συνοψίζονται σε δύο άξονες.

  • Ο πρώτος είναι αυτός που περιγράφεται συνοπτικά «θα τους κάψουμε» και αναφέρεται στην αντίδραση που θα υπάρξει, αν καταληφθεί ελληνικό έδαφος.
  • Ο δεύτερος αναφέρεται στην άμεση μετεξέλιξη της σημειακής άμυνας σε γενικευμένο πόλεμο σε περίπτωση θερμού επεισοδίου.

Για πολλούς, αυτές οι δύο θέσεις συγκροτούν το νέο αμυντικό δόγμα της χώρας. Δυστυχώς, και οι δύο αυτές θέσεις είναι λανθασμένες και δεν μπορούν από μόνες τους να συγκροτήσουν αμυντικό δόγμα.

Σε πρώτο επίπεδο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι στρατιωτικοί ηγέτες δεν αποτελούν αυτόνομους παράγοντες αποτροπής. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, αυτό θα σήμαινε ότι ο στρατιωτικός ηγέτης είναι αυτονομημένος από την πολιτική ηγεσία, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι η πολιτική-στρατιωτική ενότητα κορυφής που χρειάζεται, έχει διαρραγεί, επομένως οι αντίπαλοι κατανοούν ότι η αποτροπή που ασκείται θα είναι αναποτελεσματική.

Σε δεύτερο επίπεδο, αν στον στρατιωτικό ηγέτη η κυβέρνηση έχει αναθέσει να παίζει τον ρόλο του σκληρού στο δημόσιο χώρο και η ίδια κρατάει τον πολιτικό και διπλωματικό ρόλο, τότε αυτοϋπονομεύει την αποτρεπτική της ισχύ, η οποία εκφράζεται αποτελεσματικά μόνο από τον πρωθυπουργό.

Η κυβέρνηση οφείλει να διορθώσει τις αποτρεπτικές της αδυναμίες καθώς γίνονται εύκολα κατανοητές από τον αντίπαλο και δεν έχουν καμία αποτελεσματικότητα.

Στην πράξη, τέτοιες ρητορικές δημιουργούν τη λανθασμένη αντίληψη ότι η απειλή πολέμου συνιστά διαχείριση κρίσης, συσκοτίζοντας όλες τις ενδιάμεσες επιλογές στην αλληλουχία αποτροπής-ανάσχεσης, που αποτελούν τον τρόπο που δρουν και αντιδρούν οι εμπλεκόμενοι στην κρίση.

Όταν η ένταση, όπως η πρόσφατη στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, μεταμορφωθεί σε κρίση, υπάρχει μία αλληλουχία αποτροπής-ανάσχεσης μέσα στη διαχείριση της κρίσης. Τότε, το επιχειρησιακό, δηλαδή το πολιτικοστρατιωτικό διακύβευμα της διαχείρισης της κρίσης, είναι ο έλεγχος της κλιμάκωσης.

Έλεγχος της κλιμάκωσης σημαίνει να τεθεί το λελογισμένο δίλλημα στην αντίπαλη πλευρά, είτε να αποσυρθεί, είτε να κλιμακώσει περισσότερο την κρίση. Αυτό σημαίνει ότι η ανάσχεση που γίνεται στο παρόν επίπεδο κλιμάκωσης συνιστά ταυτόχρονα αποτροπή για να μην κλιμακώσει η άλλη πλευρά στο επόμενο επίπεδο κλιμάκωσης.

Η εξέλιξη της κλιμάκωσης ακολουθεί τις πολιτικές επιλογές αυτού που προκάλεσε την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Τουρκίας και βεβαίως την πολιτικοστρατιωτική ετοιμότητα της πλευράς που αντιδρά, δηλαδή της Ελλάδας.

Οι στρατιωτικές επιλογές μέσα σε μία κρίση είναι αποκλειστικά πολιτικές επιλογές και όχι αυτόνομα στρατιωτικές. Κάθε μία στρατιωτική κίνηση είναι ένα πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται στην άλλη πλευρά για να αποσυρθεί.

Αυτό που ζητείται από τη στρατιωτική ηγεσία είναι η διάθεση στρατιωτικών επιχειρησιακών επιλογών κατάλληλων να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης. Στην πράξη, οι δύο πλευρές στις κρίσεις ασφαλείας ανταλλάσσουν μηνύματα με στρατιωτικά μέσα.

Δεν κάνουν πόλεμο, ούτε η απειλή πολέμου συνιστά διαχείριση κρίσης ─ ο πόλεμος είναι η κατάρρευση της διαχείρισης κρίσης, η αποτυχία να διαφυλαχθεί το διακύβευμα ασφαλείας με πολιτικοστρατιωτικά μέσα.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι το ενδεχόμενο εντάσεων και κρίσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας παραμένει ανοικτό και μετατίθεται για το μέλλον, όταν η Άγκυρα θεωρήσει ότι την ευνοεί η διεθνής πολιτική συγκυρία.