Σταύρος Λυγερός: Γιατί η Χάγη είναι πρόσχημα κι όχι ασφαλές «καταφύγιο» – στην κρίση του Δικαστηρίου θα τεθούν μόνο ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα

Γράφει ο Σταύρος Λυγερός στο slpress.gr

Το γεγονός ότι σύσσωμο σχεδόν τον ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει αναγάγει σε μονόδρομο την παραπομπή στη Χάγη είναι εξόχως αποκαλυπτικό του κλίματος που επικρατεί στις εγχώριες ελίτ.

Εάν, μάλιστα, κάποιος διαβάσει-ακούσει τις σχετικές δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών, δημοσιογράφων και ακαδημαϊκών θα νομίσει ότι η Άγκυρα έχει προτείνει την παραπομπή και η Αθήνα συζητάει εάν θα την αποδεχθεί ή όχι!

Πρόκειται για ψευδή εικόνα, την οποία φιλοτεχνεί και συντηρεί η στρατηγική αμηχανία όχι μόνο του εγχώριου πολιτικού συστήματος, αλλά και ευρύτερα των εγχώριων αρχουσών ελίτ.

Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, ότι έσπευσαν να “αρπαχτούν” από την πρόσφατη δήλωση Τσαβούσογλου. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, όμως, ήταν πολύ σαφής για να διαστρεβλώνουν τα λεγόμενά του.

Στην πραγματικότητα επανέλαβε την πάγια θέση της Άγκυρας: πρέπει πρώτα να προηγηθεί μία διμερής εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση, δηλαδή διαπραγμάτευση επί όλων των μονομερών επεκτατικών διεκδικήσεων της Τουρκίας.

Εάν αυτή δεν αποδώσει καρπούς ενδεχομένως και υπό προϋποθέσεις οι “διαφορές” να παραπεμφθούν στο Διεθνές Δικαστήριο. Φρόντισε, μάλιστα, να στείλει το μήνυμα πως θα παραπεμφθούν στη Χάγη τα πάντα, όχι μόνο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ.

Στην πραγματικότητα, ο Τσαβούσογλου πρόσφερε το “τυρί” της παραπομπής στη Χάγη (ως θεωρητική προοπτική) για να ρυμουλκήσει άμεσα την Αθήνα στο τραπέζι της διμερούς διαπραγμάτευσης.

Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι για την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο απαιτείται συνυποσχετικό, επειδή η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει την δικαιοδοσία του, όπως έχει κάνει η Ελλάδα με μία εξαίρεση (για τον εξοπλισμό των νησιών του ανατολικού Αιγαίου).

Οι δύο όροι της Άγκυρας για τη Χάγη

Όπως έχουν αποδείξει οι κατά καιρούς ελληνοτουρκικές συνομιλίες, με πιο συστηματική προσπάθεια την αλυσίδα των άτυπων διερευνητικών επαφών, το εμπόδιο ήταν και παραμένει οι όροι που έθετε και θέτει η Άγκυρα για να υπογράψει συνυποσχετικό:

Πρώτον, όπως προανέφερα, απαιτεί να παραπεμφθούν στη Χάγη όχι μόνο η νομική διαφορά για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, αλλά το σύνολο των τουρκικών μονομερών επεκτατικών διεκδικήσεων. Χρησιμοποιεί, μάλιστα, τον όρο “παρεμπίπτοντα ζητήματα”.

Με άλλα λόγια, ζητάει να θέσουμε –μεταξύ των άλλων– στην κρίση ξένων δικαστών το εάν κατοικημένα νησιά, όπως π.χ. οι Οινούσσες και οι Φούρνοι, θα παραμείνουν στην ελληνική επικράτεια ή θα παραδοθούν στην Τουρκία, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι δικά της.

Δεύτερον, απαιτεί το συνυποσχετικό να υποδεικνύει στο Διεθνές Δικαστήριο τον τρόπο που θα κρίνει τις ελληνοτουρκικές “διαφορές”, δεσμεύοντάς το να εφαρμόσει την αρχή της “ευθυδικίας”, η οποία εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα.

Η εν λόγω αρχή προβλέπεται για την περίπτωση που δύο κράτη θεωρούν πως είναι προς το αμοιβαίο συμφέρον τους μία διαφορά τους να μην κριθεί με βάση τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά κατά τρόπο που θα υποδείξουν στο Διεθνές Δικαστήριο.

Για το πούμε απλά, η Άγκυρα ζητάει από την Αθήνα να συνυπογράψει ένα συνυποσχετικό για να παρακαμφθούν τα δικαιώματα, τα οποία παρέχει το διεθνές δίκαιο στην Ελλάδα!

Νομική διαφορά και πολιτικά προβλήματα

Η Αθήνα αναγνωρίζει παγίως ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, γιατί μόνο αυτή δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου, ή από τις υφιστάμενες συνθήκες και συμφωνίες.

Αυτό δεν σημαίνει πως αρνείται την ύπαρξη των άλλων προβλημάτων στο Αιγαίο. Θεωρεί, όμως, ότι πρόκειται για πολιτικής φύσεως προβλήματα, με την έννοια ότι έχουν προκύψει από τις μονομερείς τουρκικές επεκτατικές διεκδικήσεις.

Γι’ αυτό και επί δεκαετίες η επίσημη ελληνική θέση ήταν ότι στο Διεθνές Δικαστήριο πρέπει να παραπεμφθεί μόνο το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας.

Εδώ και αρκετά χρόνια, η πάγια αυτή ελληνική θέση έχει ρηγματωθεί. Λόγω και του διάχυτου φοβικού συνδρόμου,

η τουρκική επιμονή έχει κάμψει κύκλους του εγχώριου πολιτικού συστήματος και ευρύτερα των αρχουσών ελίτ, οδηγώντας τους –στο όνομα του ρεαλισμού– σε μία αναθεώρηση προς την κατεύθυνση προσαρμογής στις θέσεις της Άγκυρας.

Όσα πολλοί Έλληνες πολιτικοί ψιθύριζαν, ή εμπράκτως δρομολογούσαν, τα είπε δημοσίως ο πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος στα μέσα της δεκαετίας.

Είχε γράψει, λοιπόν, (“Καθημερινή” 28-5-2006): η θέση πως «αναγνωρίζομε ως μόνη διαφορά τον καθορισμό των ορίων της υφαλοκρηπίδος, δεν φαίνεται σοβαρή.

Oι διαφορές δημιουργούνται, όταν ένα κράτος διατυπώνει αξιώσεις, δίκαιες ή άδικες, κατά του άλλου». Με τη θέση του εκείνη ισοπέδωνε την κρίσιμη διάκριση μεταξύ νομικής και πολιτικής διαφοράς.

Όλες οι “διαφορές” στη Χάγη, εκτός…

Επαναφέρω στο προσκήνιο εκείνο το άρθρο του Κωστή Στεφανόπουλου, στο οποίο είχα απαντήσει άμεσα σημείο προς σημείο, επειδή η συζήτηση αυτή είναι σήμερα εξίσου και ίσως πιο επίκαιρη από τότε. Έγραφε, λοιπόν, τότε ο πρώην Πρόεδρος:

«Συνήθως ερωτάται: Ποιες διαφορές θα υποβληθούν στο Δικαστήριο; Απαντώ, όλες: τα χωρικά ύδατα και η έκτασή τους, η υφαλοκρηπίδα των νήσων και ο καθορισμός της μεταξύ των δύο χωρών και η αποστρατιωτικοποίηση των νήσων.

»Δεν γνωρίζω αν η είσοδος τουρκικών αεροπλάνων στο FIR Αθηνών, χωρίς την υποβολή σχεδίου πτήσεως, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κρίσεως του Δικαστηρίου ή του άλλου Διεθνούς Οργανισμού, του ICAO.

Aν ναι, τότε και αυτή. Και οι γκρίζες ζώνες; Όχι αυτές.

Oι γκρίζες ζώνες ανήκουν στη φαντασία της Τουρκίας μόνον, όπως αποδεικνύεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης, τον τρόπο της μακράς εφαρμογής της και το Ιταλο-Τουρκικό Πρωτόκολλο καθορισμού των θαλασσίων ορίων του 1932.

H δε διεθνής κοινότης έχει αποδεχθεί ανέκαθεν το υπάρχον εδαφικό καθεστώς των νησίδων και βραχονησίδων».

Γιατί ο πρώην Πρόεδρος είχε αρνηθεί να παραπεμφθεί στη Χάγη και η τουρκική αξίωση για τις “γκρίζες ζώνες”, όταν –σύμφωνα με τον δικό του ισχυρισμό– κάθε τουρκική αξίωση είναι διαφορά και ως τέτοια πρέπει να κριθεί από το Διεθνές Δικαστήριο;

Όπως είχε γράψει, «τα πάσης φύσεως δικαιώματα κρίνονται ανέκαθεν από τα δικαστήρια, διεθνή ή επιχώρια, η δε Ελλάς ως φιλειρηνικό κράτος προτιμά να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της όχι με τη βία, αλλά με δικαστικά μέτρα».

Στην πραγματικότητα, ο Κωστής Στεφανόπουλος, όπως και τόσοι άλλοι σήμερα, εμμέσως πλην σαφώς αξιολογούν τις τουρκικές διεκδικήσεις σε θεμιτές και αθέμιτες, νομιμοποιώντας τες πολιτικά, πλην των “γκρίζων ζωνών”.

Το Διεθνές Δικαστήριο είναι δικαιοδοτικό όργανο, αλλά έχει αποδειχθεί ότι εμφυλοχωρεί το πολιτικό κριτήριο.

Ειδικά εάν το συνυποσχετικό αφήνει περιθώρια, όπως επιδιώκει η Άγκυρα.

Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι στην κρίση του Δικαστηρίου θα τεθούν αποκλειστικά και μόνο ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Κανένα τουρκικό. Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα έχει μόνο να χάσει και η Άγκυρα μόνο να κερδίσει.

Στη Χάγη πάει όποιος διεκδικεί…

Υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα αναφορικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ. Σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου (υπόθεση Κατάρ-Μπαχρέϊν) εάν η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας γίνει με βάση τα χωρικά ύδατα των έξι μιλίων,

η Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα θα απολέσει το δικαίωμά της να τα επεκτείνει στη συνέχεια στα 12 μίλια.

Η επέκταση είναι συμβατικό δικαίωμα κάθε κράτους και ασκείται μονομερώς. Το έχουν ασκήσει όλες οι παράκτιες χώρες, με εξαίρεση την Ελλάδα.

Ο πρώην Πρόεδρος κατέληγε σ’ εκείνο το άρθρο του: «αν δεν αναζητήσομε λύση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου, όλες οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμείς, με τις γνωστές συνέπειες και τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου».

Όπως έγραφα και τότε είναι εμφανής η καταλυτική επίδραση του φοβικού συνδρόμου, που έχει προσβάλλει τις εγχώριες ελίτ.

Προφανώς και η Ελλάδα επιδιώκει την ύφεση και την ειρήνη. Για να επιτευχθούν αυτά, όμως, δεν αρκεί η πρόθεση της μίας πλευράς. Απαιτείται και η βούληση της άλλης.

Τότε είχα εκφράσει την εξής θέση που υποστηρίζω μέχρι τώρα: Δεν είναι η Ελλάδα που διεκδικεί για να ζητήσει παραπομπή στη Χάγη. Το πρόβλημα το έχει όποιος διεκδικεί.

Αν η Τουρκία θεωρεί ότι αδικείται από το σημερινό εδαφικό καθεστώς, ας αναγνωρίσει κι αυτή την δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου κι ας παραπέμψει τις διεκδικήσεις της εκεί.

Μέχρι τότε είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε με τον κακό γείτονα και να τον χειριζόμαστε όσο καλύτερα μπορούμε.

Εκτός κι αν αποφασίσουμε να εξαγοράσουμε με εθνικές παραχωρήσεις την ύφεση. Όποιος το υποστηρίζει αυτό, όμως, ας το πει ξεκάθαρα. Όλα τα άλλα, είναι προφάσεις εν αμαρτίαις και τρόποι της εγχώριας πολιτικής ελίτ να απεκδυθεί των εθνικών ευθυνών της.