Κυπριακό και ελληνο-τουρκικά σε λάθος δρόμο – Οι εξελίξεις δείχνουν ότι είναι πιθανή μια κρίση περί την Κύπρο στο όχι μακρινό μέλλον

Του Σωτήρη Βαλντέν*

Τα πρόσφατα γεγονότα στη Συρία, με την εισβολή της Τουρκίας και την τραγική τύχη των Κούρδων, θα έπρεπε να προκαλέσουν στη χώρα μας σοβαρό προβληματισμό για τη δική μας εξωτερική πολιτική.

Όμως αυτό δεν συνέβη. Τα ΜΜΕ γέμισαν με αναλύσεις για το ποιοι τρίτοι κέρδισαν και ποιοι έχασαν. Για το αν εμείς είμαστε κερδισμένοι ή χαμένοι και τι συμπεράσματα πρέπει να βγάλουμε ελάχιστα ειπώθηκαν.

Κυπριακό: Τίποτε από αυτά δεν ισχύει

Η πολιτική μας στο κυπριακό και απέναντι στην Τουρκία παραμένει εν πολλοίς προσκολλημένη σε ρητές ή υποβόσκουσες υποθέσεις και αξιώματα που όμως δεν ισχύουν.

Στο κυπριακό ακολουθούμε τη Λευκωσία στη θεωρία πως ο νέος ενεργειακός χάρτης και άλλες εξελίξεις στην περιοχή ενισχύουν ριζικά την Κύπρο σε βάρος της Τουρκίας.

Η Λευκωσία, συνάγεται, μπορεί να προχωρήσει στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, μονομερώς, χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων. ΗΠΑ και ΕΕ θα παρεμποδίσουν τις όποιες τουρκικές αντιδράσεις, διότι έχουν δικά τους οικονομικά συμφέροντα.

Η δε Άγκυρα δεν είναι σε θέση να αντιδράσει δυναμικά, λόγω των πολλαπλών εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.

Η επίλυση του κυπριακού περνά σε δεύτερη μοίρα: οι Ελληνοκύπριοι δεν έχουν πια κανένα λόγο να αποδεχθούν ένα συμβιβασμό που δεν μπορεί να απέχει και πολύ από αυτόν που απέρριψαν προς 15-ετίας.

Τίποτε από αυτά δεν ισχύει:

Οι ΗΠΑ δεν είναι διατεθειμένες να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά την Τουρκία για την Κύπρο.

Οι όποιες «εγγυήσεις» της σημερινής αμερικανικής διοίκησης έχουν την αξιοπιστία των tweet του Τραμπ. Η πρόσφατη περιπέτεια των Κούρδων είναι εύγλωττη.

Εξάλλου ούτε οι γαλλικές φρεγάτες εμπόδισαν τις τουρκικές γεωτρήσεις. αντίθετα, οι ξένες εταιρίες φεύγουν από τις επίμαχες περιοχές.

Μα και πολιτικά, η Ουάσιγκτον και η Ευρώπη δύσκολα θα επιλέξουν την πλήρη ρήξη με την Άγκυρα: ο γεωπολιτικός της ρόλος παραείναι σημαντικός, σε σχέση με τη Μέση Ανατολή, τη Ρωσία και το προσφυγικό. Η δυστοκία των ευρωπαϊκών κυρώσεων είναι ενδεικτική.

Οι συριακές εξελίξεις διαψεύδουν και τη θεωρία πως η Τουρκία είναι «χάρτινος τίγρης». Ο Ερντογάν δρα, παρά τη διεθνή κατακραυγή, αγνοώντας κυρώσεις και παραινέσεις και μάλιστα σε δύο μέτωπα ταυτόχρονα.

Η εισβολή στη Συρία δεν εμπόδισε τις γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ. Μακροπρόθεσμα, τα πολλά εξωτερικά και εσωτερικά μέτωπα ασφαλώς εξασθενούν την Άγκυρα, όμως σήμερα δεν εμποδίζουν τη δράση της.

Αντίθετα, οι δυσκολίες που συναντά ο Ερντογάν σε ορισμένα μέτωπα μπορεί να τον οδηγούν σε τυχοδιωκτισμούς σε άλλα.

Ενεργειακό μέλλον και Κυπριακό

Το πλέγμα συμμαχιών που Αθήνα και Λευκωσία χτίζουν με χώρες της περιοχής υπό την αιγίδα των ΗΠΑ ελάχιστα εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας.

Κανείς δεν φαντάζεται το Ισραήλ να συγκρούεται στρατιωτικά με την Τουρκία για την Κύπρο. Πολιτικά οι συμμαχίες έχουν τη σημασία τους, όμως η υποδαύλιση του συνδρόμου «περικύκλωσης» στην Άγκυρα οξύνει την κατάσταση και δυσχεραίνει τις λύσεις.

Η προσχώρηση της Ελλάδας στον άξονα Τραμπ-Νεντανιάχου, όπως και η υπερβολική σύσφιξη των διμερών στρατιωτικών σχέσεων με τη Ουάσιγκτον, μία μόνο συνέπεια θα μπορούσε να έχει για μας.

Να μας εμπλέξει σε τυχόν πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς στη Μέση Ανατολή, πιθανότατα με αντίθετους τους Ευρωπαίους.

Ας μη αιθεροβατούμε: η Κύπρος δεν μπορεί να αξιοποιήσει με ασφάλεια τα υποθαλάσσια κοιτάσματά της, με την Τουρκία εχθρική και χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων.

Κι αυτό, λόγω συσχετισμών, αλλά και επειδή η ΑΟΖ ανήκει και στις δύο κοινότητες της Κύπρου. Με άλλα λόγια, το ενεργειακό μέλλον της Λευκωσίας συμβαδίζει υποχρεωτικά με την επίλυση του κυπριακού, όχι με την παράκαμψή του.

Και λύση στο κυπριακό δεν θα υπάρξει αν επιμένουμε σε θέσεις που γνωρίζουμε πως αποκλείεται να αποδεχθεί η άλλη πλευρά.

Το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι

Στις σχέσεις της με την Τουρκία, η Ελλάδα ορθώς επικαλείται το διεθνές δίκαιο. Οι πολιτισμένες χώρες επιλύουν τις διαφορές τους σ’ αυτό το πλαίσιο.

Η Άγκυρα το παραβιάζει συστηματικά. Και, τέλος, το πεδίο της διεθνούς νομιμότητας είναι ευνοϊκότερο από το στρατιωτικό για την επίλυση των διαφορών μας.

Ωστόσο, η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η καταγγελία τουρκικών προκλήσεων δεν μπορεί να εξαντλεί τη διπλωματική και επικοινωνιακή μας στρατηγική.

Κατ’ αρχάς, ο ισχυρισμός πως το διεθνές δίκαιο στηρίζει πλήρως τις δικές μας θέσεις είναι αβάσιμος.

Σε ζητήματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας λ.χ., η διεθνής πρακτική είναι ο συμβιβασμός ανάμεσα σε γείτονες. Και αν οι τουρκικές θέσεις πως η ζώνη τους φθάνει στα νότια της Κρήτης είναι

εξωπραγματικές, εξωπραγματικές είναι και δικές μας θέσεις όταν στην πράξη σημαίνουν αποκλεισμό της Τουρκίας από την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

Ως γνωστόν, τους γείτονές σου δεν τους διαλέγεις. Εφ’ όσον στόχος είναι η ειρήνη και όχι ο πόλεμος, το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για απόρριψη κάθε συμβιβασμού.

Βασική αρχή, που αντανακλάται και στο διεθνές δίκαιο, είναι να λαμβάνονται υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Όπως ακριβώς έγινε στη Συμφωνία των Πρεσπών. Βέβαια, η Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι Βόρεια Μακεδονία του Ζάεφ.

Με δεδομένα την ευκολία με την οποία προσφεύγει στη βία και τις συνεχείς επιθετικές ενέργειες και δηλώσεις της, μια ισχυρή ικανότητα αποτροπής αποτελεί αναγκαιότητα για τη χώρα μας.

Παράλληλα όμως πρέπει να αναζητούμε δρόμους συνεννόησης και η συνεννόηση προϋποθέτει θέληση για συμβιβασμούς.

Ασφαλώς η εθνική μας ακεραιότητα και κυριαρχία δεν είναι διαπραγματεύσιμες, όμως το εθνικιστικό δόγμα πως κάθε συμβιβασμός είναι ξεπούλημα δεν οδηγεί πουθενά.

Οι μαξιμαλιστικές θέσεις ως διαπραγματευτική τακτική είναι αναξιόπιστες όταν φθάνουν να θυμίζουν ανατολίτικο παζάρι.

Εξάλλου, όταν η τόνωση του πατριωτικού φρονήματος των πολιτών εκτρέπεται σε καλλιέργεια εθνικιστικής αδιαλλαξίας -όπως συστηματικά γίνεται από τα ΜΜΕ, δυσκολεύεται κάθε συμβιβασμός. Και εδώ η εμπειρία του μακεδονικού διδάσκει πολλά.

Τέλος, οι λεονταρισμοί και το υπεροπτικό ύφος («πρέπει να μάθουν να σέβονται») στα επίσημα «μηνύματα» που απευθύνουμε στους γείτονες, απλά τροφοδοτούν ένα σπιράλ προπαγανδιστικού πολέμου.

Οι Τούρκοι είναι ένας υπερήφανος λαός, όπως εμείς. Και οι δύο εύκολα υποκύπτουμε στις σειρήνες του εθνικισμού.

Και όπως εμείς εξοργιζόμαστε όταν ο Ερντογάν θυμίζει κάθε τόσο το πάθημά μας του 1922, έτσι και αυτοί δεν ανέχονται τον Πρόεδρό μας να τους κουνάει το δάκτυλο πως παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο για τους πρόσφυγες,

όταν αυτοί φιλοξενούν τέσσερα εκατομμύρια, και εμείς μερικές χιλιάδες και μάλιστα πολλούς από αυτούς στη Μόρια.

Επείγει η ενεργοποίηση

Η δυναμική των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο καθιστά πιθανή μια κρίση περί την Κύπρο στο όχι μακρινό μέλλον. Και από εκεί η απόσταση ως το Καστελόριζο δεν είναι μεγάλη. Επείγει συνεπώς η ενεργοποίηση για να αποτρέψουμε επικίνδυνες εξελίξεις.

Πέρα όμως και από τη συγκυρία, η χώρα χρειάζεται μια στρατηγική συμβίωσης και συνεργασίας με τη μεγάλη μας γείτονα, στρατηγική που αναπόφευκτα θα περιέχει συμβιβασμούς και για τις δυο πλευρές, είναι όμως ζωτική για την ειρήνη και την απρόσκοπτη ανάπτυξή μας.

Η παγίδευσή μας στον κυπριακό απορριπτισμό και η αδιέξοδη στρατηγική στα ελληνο-τουρκικά είναι δυστυχώς αποτελέσματα διακομματικής συναίνεσης. Αλλά και οι αντιστάσεις σε αυτόν τον λάθος δρόμο υπάρχουν σε όλες τις ελλαδικές παρατάξεις, ακόμη και σε δυνάμεις στην Κύπρο.

Η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απέναντι στην Τουρκία δεν έχει ακόμη φανεί.

Είναι όμως βέβαιο πως η ισχυρή ακροδεξιά, εθνικιστική της πτέρυγα θα θελήσει να παρεμποδίσει κάθε στροφή προς τον ρεαλισμό. Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η στάση που τηρεί η αξιωματική αντιπολίτευση.

Αν δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ θα πιέζει, για μια υπεύθυνη και μετριοπαθή στάση που οδηγεί σε λύσεις, σύμφωνα εξάλλου με το διεθνιστικό DNA της Αριστεράς.

Ή αν θα ακολουθήσει την εύκολη πεπατημένη της (ψευδο-)πατριωτικής αντιπολίτευσης, συμβάλλοντας αντικειμενικά στη διαιώνιση των αδιεξόδων, αν όχι και σε εθνικές περιπέτειες. Νομίζω πως το θάρρος που έδειξε στις Πρέσπες επιβάλλεται να το δείξει και εδώ.

* Ο Σ. Βαλντέν είναι διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών. Μέλος της κίνησης «Γέφυρα» και της επιτροπής προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.

Πηγή: epohi.gr