15 Αυγούστου 1940: Ο τορπιλισμός του ΕΛΛΗ στην Τήνο λεπτό προς λεπτό – Πώς βρέθηκε στο νησί το εύδρομο καταδρομικό και πώς δέχθηκε επίθεση

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 οι σειρήνες σήμαναν την επίσημη είσοδο της Ελλάδας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην πραγματικότητα όμως, η χώρα μας είχε δεχθεί επίθεση δυόμιση μήνες νωρίτερα, όταν τρείς ιταλικές τορπίλες έσκισαν τα νερά του Αιγαίου βυθίζοντας το καταδρομικό «Έλλη» και σφραγίζοντας το πεπρωμένο της χώρας για πάντα.

Το διεθνές σκηνικό

Το καλοκαίρι του 1940 ήταν ιδιαίτερα θερμό και αγωνιώδες. Ο ευρωπαϊκός πόλεμος μετρούσε ήδη 11 μήνες από τότε που η εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία σήμανε την επίσημη έναρξη της δεύτερης πράξης του πολεμικού δράματος .

Για τους λαούς της Ευρώπης η λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου δεν ήταν το τέλος αλλά η αρχή μιας ιδιαίτερα οδυνηρής διαδικασίας

όπου οικονομικό συμφέρον και γεωπολιτικά υποκινούμενοι εθνικισμοί παρήγαγαν την μεγαλύτερη ανθρωποσφαγή της σύγχρονης εποχής.

Οι συνθήκες ειρήνης του Μεγάλου Πολέμου αντί να αποτελέσουν την στέρεα βάση μιας διαρκούς και ειλικρινούς συνεννόησης μεταξύ των λαών προσέφεραν «μια ανακωχή είκοσι χρόνων» κατά τα προφητικά λόγια του στρατάρχη Φωςi μέχρι τη νέα αναμέτρηση.

Ειδικά η Ελλάδα, έχοντας βιώσει τα δεινά μιας μακράς πολεμικής αναμέτρησης που οδήγησε στον ξεριζωμό του μικρασιατικού ελληνισμού

και πέρασε μια εικοσαετία οικονομικής κατάπτωσης και πολιτικού αναβρασμού, επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο την αποχή από μια νέα περιπέτεια.

Η ελληνική οικονομία έδειχνε ενθαρρυντικά σημεία ανάκαμψης, οι εσωτερικές έριδες είχαν καταλαγιάσει ενώ η οργάνωση του κράτους και των ενόπλων δυνάμεων παρουσίαζαν σημαντική βελτίωση,

έστω και υπό καθεστώς προστασίας υπό τις διαταγές του Ιωάννη Μεταξά, που σαν παλιός στρατιωτικός διοικούσε από τον Αύγουστο του 1936 τη χώρα σαν μεγάλο στρατόπεδο.

Έχοντας ζήσει στις δύσκολες πρώτες δεκαετίες του αιώνα τα γεγονότα του αποκλεισμού του Πειραιά και του Εθνικού Διχασμού, ο Μεταξάς είχε διαμορφώσει μια ξεκάθαρη άποψη για τον τρόπο που η Ελλάδα όφειλε να πολιτευτεί σε διεθνές επίπεδο.

Η Ελλάδα δεν είχε συμφέροντα από την συμμετοχή της στον ευρωπαϊκό πόλεμο.

Αντιμετωπίζοντας τον αναθεωρητισμό των γειτονικών της κρατών αφενός και ούσα εκτεθειμένη στα πυροβόλα των θωρηκτών του βρεττανικού και γαλλικού στόλου αφετέρου,

όφειλε να ακολουθήσει μια συγκρατημένη ουδετερόφιλη πολιτική ίσων αποστάσεων ελπίζοντας ότι θα παρέμενε εκτός του πεδίου σύγκρουσης των ισχυρών.

Επρόκειτο σίγουρα για μια συνετή και ρεαλιστική πολιτική, η οποία όμως δεν είχε επαληθευτεί είκοσι χρόνια νωρίτερα, όταν το πεδίο ενδιαφέροντος των αντιμαχομένων

εστιάστηκε στην περιοχή της νότιας βαλκανικής και οι αντίπαλοι στρατοί εκβίασαν την είσοδο της χώρας στον πόλεμο.

Στο προσκήνιο είχε δυναμικά κάνει την παρουσία της η Ιταλία, η οποία στα πλαίσια της πολιτικής για έλεγχο της Μεσογείου και των Βαλκανίων, κατέφευγε από τη δεκαετία του 1920 σε ένταση των διπλωματικών και πολιτικών πιέσεών της προς την Ελλάδα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 η στάση της Ιταλίας εκτραχύνθηκε βαθμιαία, ενθαρρυμένη τόσο από την ήπια πολιτική Αγγλίας και Γαλλίας όσο και τους οραματισμούς των Ελλήνων πολιτικών για μια βαλκανική συνεννόηση.

Μετά την ήττα όμως και της Γαλλίας (22 Ιουνίου 1940) οι προκλήσεις κατά της κυριαρχίας της Ελλάδος βάλλονται με ταχύτητα πολυβόλου.

Μια σειρά σοβαρών διπλωματικών και πολεμικών επεισοδίωνii που έλαβαν χώρα από τα τέλη Ιουνίου μέχρι τις αρχές Αυγούστου

έδειχναν πέρα από κάθε αμφιβολία την επιθετική πολιτική της Ιταλίας που επεδίωκε είτε να εκβιάσουν την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο

είτε να την εξαναγκάσουν να υποκύψει χωρίς αγώνα στις υποδείξεις του ισχυρότερου.

Το καταδρομικό «ΕΛΛΗ» σε ελληνική υπηρεσία

Αντιμέτωποι με τον πόλεμο νεύρων της Ιταλίας, ο Μεταξάς και η στρατιωτική ηγεσία διέταξαν την διασπορά των μονάδων του στόλου

ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε μια αιφνιδιαστική ενέργεια των Ιταλών είτε από τα Δωδεκάνησα, όπου διατηρούσαν ισχυρή αεροναυτική παρουσία, είτε από την ίδια την Ιταλία.

Η διασπορά έγινε παρά τις αντιρρήσεις του στόλαρχου, υποναυάρχου Επαμεινώνδα Καββαδία, που έβλεπε τα πολύτιμα αντιτορπιλικά του να καταπλέουν σε έρημους και απροστάτευτους όρμους μακρυά από την κάλυψη των ναυτικών φρουρίων της Αττικής και της Εύβοιας.

Ο Μεταξάς όμως ήταν ανένδοτος.

Οι μνήμες του 1916, όταν οι Αγγλογάλλοι εισήλθαν στον Ναύσταθμο και αφόπλισαν τον ελληνικό στόλο, ήταν ακόμα νωπές.

Με παρέμβαση του στόλαρχου ωστόσο, τα νεώτερα και ταχύτερα αντιτορπιλικά παρέμειναν στη Σαλαμίνα ενώ στη Μήλο στάλθηκαν το εύδρομο «Έλλη» και το αντιτορπιλικό «Αετός».

Τα πλοία τελούσαν σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, ο ένας λέβητας του ευδρόμου ήταν διαρκώς σε λειτουργία, το πλοίο κινείτο μέσα στον όρμο και φυλακές (βάρδιες παρατήρησης) επιτηρούσαν το πέλαγος και τον αέραv.

Αν και η επιφυλακή του στόλου δεν άφηνε ελεύθερα πλοία για παρουσία στον εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Τήνο,

η ανάγκη να τονιστεί το αίσθημα ασφάλειας και περηφάνειας του λαού στις δύσκολες ώρες και το χρέος του ελληνικού πολεμικού ναυτικού στην τήρηση των παραδόσεών του, οδήγησε την ηγεσία του να εγκρίνει την αποστολή του ευδρόμου «Έλλη» στην Τήνο.

Το βράδυ της 14/15 Αυγούστου το «Έλλη» απέπλευσε από τον όρμο Αδάμαντος της Μήλου με προορισμό την Τήνο.

Κατά την πορεία τηρήθηκε αυστηρή επαγρύπνιση με τον κυβερνήτη και τον ύπαρχο να βρίσκονται στη γέφυρα και φυλακές περιμετρικά του σκάφους.

Το «Έλλη» δεν διέθετε σύγχρονα μέσα κατάδειξης, όπως συσκευές radar ή sonar και η οπτική και ακουστική παρατήρηση ήταν τα μόνα μέσα του πλοίου.

Στις 06:25 πρωινή της Πέμπτης 15 Αυγούστου 1940 το εύδρομο αγκυροβόλησε έξω από το λιμάνι της Τήνου σε μια συνάντηση με το πεπρωμένο του.

Η μοιραία ώρα

Ο ήλιος υψώθηκε μεγαλοπρεπής. Η προκυμαία της Τήνου έσφιζε από χιλιάδες προσκυνητές.

Τα ατμόπλοια «Έσπερος» και «Έλση» κατάφορτα κόσμου γέμιζαν το μικρό λιμάνι ενώ δεκάδες βάρκες και ατμάκατοι πηγαινοέρχονταν μεταφέροντας κόσμο.

Πάνω στο σημαιοστολισμένο «Έλλη» το άγημα ναυτών ετοιμαζόταν να αποβιβαστεί για να συμμετάσχει στην περιφορά της εικόνας και το πλήρωμα αναπαυόταν μετά από μια νύχτα γεμάτη ένταση.

Ξαφνικά, στις 08:25 μια ισχυρή δόνηση κάνει κάθε βλέμα στην προκυμαία να στραφεί προς το πολεμικό.

Το θέαμα είναι συγκλονιστικό: «το πλοίο υψώθη ολόκληρον» από πλώρη ως πρύμνη αρκετά μέτρα πάνω από την θάλασσα.

Κλονισμένο το «Έλλη» παλινδρόμησε βίαια μερικές φορές ενώ μια υπόκοφη βοή ακολουθούμενη από υπερπίεση το συντάραξε από άκρο σε άκρο.

Στο πλοίο σήμανε συναγερμός. Η έκρηξη έδειχνε να έχει προέλθει από το λεβητοστάσιο καθώς τμήμα του καταστρώματος μεταξύ των καπνοδόχων είχε εκτιναχθεί στον αέρα

αφήνοντας κρατήρα διαμέτρου δύο μέτρων, το μεσόστεγο είχε καταστραφεί και τμήμα του πρωραίου ιστού κατέπεσε.

Στο κατάστρωμα κομματιασμένες λέμβοι και τραυματίες και συντρίμια συνέθεταν ένα χαοτικό σκηνικό.

Μαύροι καπνοί έβγαιναν από την τρύπα πάνω από τους λέβητες. Πολλοί ναύτες είχαν εκσφενδονιστεί στη θάλασσα από το ωστικό κύμα, τα αυτιά όλων βούϊζαν και εκκωφαντικοί κρότοι από θραύσεις ελασμάτων, θυρών και εξαρτημάτων αντηχούσαν σε όλο το σκάφος.

Το πλήρωμα γρήγορα συνήλθε και άρχισε να αντιδρά: Ο κυβερνήτης διέταξε αναφορά ζημιών και απωλειών.

Ρωγμή πλάτους δέκα εκατοστών ανακαλύφθηκε στα δεξιά του πλοίου στο ύψος του λεβητοστασίου.

Οργανώθηκαν ομάδες ερευνών που διέτρεξαν το εύδρομο σπάζοντας πόρτες και βοηθώντας εγκλωβισμένους ναύτες αφού οι περισσότερες είχαν στρεβλώσει από την έκρηξη.

Δέκα λεπτά μετά το πλήγμα στο καταδρομικό δύο απανωτές εκρήξεις συγκλόνησαν το νησί.

Η πρώτη τίναξε στον αέρα τον λιμενοβραχίονα δημιουργώντας ένα ρήγμα επτά μέτρων, θρυμμάτισε τα τζάμια των παραλιακών κτιρίων και «ψέκασε» με πέτρες και νερό το συγκεντρωμένο πλήθος.

Σαν από θαύμα δεν σημειώθηκαν θάνατοι αλλά μόνο μικροτραυματισμοί.

Πέντε δευτερόλεπτα μετά μία ακόμα έκρηξη μπροστά από τον λιμενοβραχίονα σε φυσικό εμπόδιο. Πανικός κατέλαβε το πλήθος των προσκυνητών που άρχισαν να τρέχουν προς τους λόφους στο εσωτερικό του νησιού.

Στο μεταξύ, στο λαβωμένο πλοίο, οι προσπάθειες να κλείσει το ρήγμα απέτυχαν διότι με την καταστροφή των λεβήτων κάθε ηλεκτρομηχανική λειτουργία είχε πάψει,

ενώ αν και ζητήθηκε βοήθεια για ρυμούλκηση από τα ατμόπλοια που ναυλοχούσαν στο λιμάνι, αυτά άργησαν υπερβολικά.

Το «Έλλη» άρχισε να παίρνει κλίση 15-20 μοιρών και όταν το νερό έφτασε στο ύψος των φινιστρινιών ο κυβερνήτης πλοίαρχος Χατζόπουλος έδοσε εντολή εγκατάλειψης του πλοίου, η οποία έγινε με τάξη και με τη βοήθεια των αλιευτικών που είχαν φτάσει αφού μόνο μία λέμβος είχε γλυτώσει από την έκρηξη.

Σε ένδειξη συναίσθησης του καθήκοντος και των παραδόσεων του ναυτικού μας ο κυβερνήτης έμεινε τελευταίος αρνούμενος να εγκαταλείψει το πλοίο.

Μόνο με παρέμβαση των αξιωματικών αποβιβάστηκε σχεδόν δια της βίας.

Το «Έλλη» βυθίστηκε στο σημείο αγκυροβολίας του 550 μέτρα από τον λιμενοβραχίονα σε πλήρη σημαιοστολισμό και με την σημαία να κυματίζει ακόμα στις 10:20 το πρωί και σε κλίμα απόγνωσης και τρομοκρατίας.

Ένα ερωτηματικό πλανάτο πάνω από το αφρισμένο και μαύρο από τα καύσιμα και ορυκτέλαια νερό που το σκέπασε.

Ενέργειες μετά τη βύθιση

Ο ύπαρχος του ευδρόμου πλωτάρχης Κ. Δούσης έφτασε από τους πρώτους στο λιμάνι μετά το τριπλό χτύπημα και μέσα σε κλίμα γενικής σύγχισης και πανικού οργάνωσε τη βοήθεια στο πλοίο και την περίθαλψη των τραυματιών.

Ήταν ο πρώτος που τηλεγράφησε στην Αθήνα τα νέα του τορπιλισμού.

Αν και κανείς δεν αμφέβαλε για την ταυτότητα του δράστη, ο ίδιος ο Μεταξάς συνέστησε σιωπή και αυτοσυγκράτηση.

Δεν είχε ακόμα εξασφαλίσει την υλική συνδρομή της Μεγάλης Βρεττανίας για έναν πόλεμο που θεωρούσε ήδη από μήνες αναπόφευκτο.

Οι τραυματίες του «Έλλη» μεταφέρθηκαν σε πρόχειρα οργανωμένα νοσοκομεία και έτυχαν της φροντίδας όλου του πληθυσμού που συγκλονισμένος συνέπασχε μαζί τους.

Η λιτανεία της εικόνας εκτελέστηκε κανονικά με τιμητικό απόσπασμα χωροφυλακής σε βαρύ κλίμα συγκίνησης πέρασε από την προκυμαία και κατέληξε στους θαλάμους τραυματιών του πολεμικού.

Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες δημοσίευσαν ότι το εύδρομο βυθίστηκε αιφνιδιαστικά από «υποβρύχιο αγνώστου εθνικότητας».

Ήδη όμως από το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ύπαρχος Δούσης είχε ανελκύσει με δική του πρωτοβουλία τα θραύσματα της τορπίλης που έπληξε τον λιμενοβραχίονα.

Οι επιγραφές πρόδιδαν τορπίλες που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το ιταλικό ναυτικό.

Τα θραύσματα όμως περέμειναν κλειδωμένα στον «Αβέρωφ» και οι εμπλεκόμενοι τηρούσαν σιγή.

Μόνο την 30ή Οκτωβρίου, δύο μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου αποκαλύφθηκε η πληροφορία στον Τύπο.

Η Ελλάδα στο μεταξύ μετρούσε τις πληγές της: Ένα ελαφρύ καταδρομικό χαμένο, εννέα υπαξιωματικοί και ναύτες νεκροί, εικοσιεπτά τραυματίες.

Από τους χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες μόνο μία γυναίκα πέθανε από καρδιακή προσβολή, ενώ αρκετοί τραυματίστηκαν ελαφρά από τις πέτρες, τα θρυμματισμένα τζάμια και τον πανικόvii.

Στους νεκρούς του «Έλλη» απονεμήθηκε μεταθανατίως το μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων.



Στείλε μας τις δικές σου απόψεις για στρατιωτικά θέματα που σε απασχολούν στο armyvoicegr@gmail.com