Ισλαμικό κράτος: Το τέλος μιας εποχής ή η έναρξη μιας νέας; Πώς διαμορφώθηκε το τοπίο στην Μέση Ανατολή και τι έρχεται μετά την μάχη του Βaghuz στην Συρία

Γράφει η Εύα Ι. Κουλουριώτη
Πολιτική αναλύτρια ειδική σε θέματα Μέσης Ανατολής

www.evakoulourioti.com   

Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) που υποστηρίζονται από τον Διεθνή Συνασπισμό για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ανακοίνωσαν πρόσφατα

τον πλήρη έλεγχο των περιοχών που ήλεγχε το Ισλαμικό Κράτος στην ανατολική Συρία, με το τέλος της μάχης του Βaghuz, η οποία διήρκεσε περισσότερο από τρεις μήνες.

Μετά από αυτήν την νίκη η Ουάσιγκτον δεν έχει καθορίσει ακόμα τη μελλοντική της κατεύθυνση για αυτήν την περιοχή.

Η προεδρική απόφαση, στα τέλη του περασμένου έτους, περί αποχώρησης από την Συρία αναθεωρήθηκε και μπήκε πάλι στο τραπέζι.

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, ο Τραμπ έχει δώσει το πράσινο φως στο Πεντάγωνο για να διατηρήσει 400 Αμερικανούς στρατιώτες, 200 στα ανατολικά και 200 στην βάση Al-Tanf.

Επίσης, ο στρατηγός Dunford, πριν μερικές ημέρες, ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον συνεχίζει τις συζητήσεις της με τους συμμάχους και τους Τούρκους για να καταλήξουν σε συμφωνία που θα συμβάλλει στην ασφάλεια της ανατολικής Συρίας.

Όσο όμως η Μόσχα συνεχίζει να στηρίζει τον Άσαντ ενάντια στην συριακή ένοπλη αντιπολίτευση στη βορειοδυτική Συρία, στοιχεία του ισλαμικού κράτους εξακολουθούν να κινούνται στην έρημο της χώρας.

Το ασταθές και πολύπλοκο περιβάλλον στην ευρύτερη περιοχή όπου γεννήθηκε το ISIS δεν αποτελούν καλό οιωνό, αλλά δίνουν μια αρνητική εντύπωση για το μέλλον της ειρήνης και της ασφάλειας εκεί.

Οι διαφορές στις απόψεις και οι αντιπαλότητες πολλών περιφερειακών και διεθνών παικτών στο βόρειο τμήμα της Μέσης Ανατολής ήταν ένας από τους βασικούς λόγους της

δημιουργίας του Ισλαμικού Κράτους στα τέλη του 2013 και παραμένει ένας σημαντικός παράγοντας για την συνέχισή του.

Με την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, η πρώτη δοκιμασία για την αμερικανική κυβέρνηση εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν η εδραίωση της ηρεμίας στο ιρακινό έδαφος και η

προσπάθεια να αποδείξει την θεωρία της διάδοσης της δημοκρατίας μέσω του σχηματισμού μιας ιρακινής κυβέρνησης που θα φέρει την ισορροπία στη χώρα.

Αλλά η λαϊκή αντίσταση ήταν το πρώτο εμπόδιο σε αυτό το σχέδιο. Οι σουνίτες και οι σιίτες του Ιράκ προκάλεσαν επώδυνα χτυπήματα

και απώλειες στην Ουάσιγκτον κατά το πρώτο έτος μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, που στοίχισαν την ζωή εκατοντάδων στρατιωτών στο ιρακινό έδαφος.

Η αρχική αμερικανική τάση ήταν να προσπαθήσει να κατευνάσει τους ενεργούς σουνίτες και σιίτες ηγέτες. Πράγματι, αμερικανική αντιπροσωπεία συναντήθηκε με τον Αλί αλ-Σιστάνι, τον

ισχυρό πνευματικό ηγέτη των σιιτών στο νότιο Ιράκ, ο οποίος απεδείχθη εκπληκτικά ανοιχτός παρά το γεγονός ότι ήταν μαθητής της αντι-αμερικανικής σχολής των Χομεϊνί και Χαμενεΐ.

Οι Αμερικανοί κατάφεραν μέσω μίας φετφά (fatwa) που εξέδωσε ο Σιστάνι να καταστείλουν την λαϊκή αντίσταση στο νότιο τμήμα του Ιράκ.

Πολλές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η Ουάσιγκτον πλήρωσε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό προσωπικά στον Σιστάνι για την υπηρεσία αυτή μαζί με την υπόσχεση να επιτρέψουν στους σιίτες να κυβερνήσουν την χώρα.

Με τα γεγονότα που ακολούθησαν, δηλαδή τις συγκρούσεις των σιιτικών πολιτοφυλακών με τους σουνίτες που αντιστέκονταν στο κεντρικό Ιράκ και η τοποθέτηση του Νούρι αλ-Μάλικι,

εκπροσώπου του ιρανικής προέλευσης κόμματος Dawa ως πρωθυπουργού του Ιράκ, η χώρα εισήλθε σε ένα σκοτεινό τούνελ

που ήταν ένας από τους λόγους της εμφάνισης του Ισλαμικού Κράτους αργότερα.

Η αδικία και η καταπίεση είναι πάντα η αιτία πολλών κακών στον κόσμο.

Αυτό που συνέβη στο Ιράκ λόγω της καταπίεσης των σουνιτών από την σιιτική ιρακινή κυβέρνηση που υποστηριζόταν ανοιχτά από το Ιράν και την Ουάσιγκτον,

η αδικία που οδήγησε στη σύλληψη χιλιάδων σουνιτών και την δολοφονία επίσης χιλιάδων χωρίς δίκη ή αποδείξεις ενοχής, άναψε την φωτιά της εκδίκησης στις καρδιές των σουνιτών του Ιράκ.

Υπό το πρίσμα των οικονομικά και στρατιωτικά δύσκολων συνθηκών που επικρατούσαν στη χώρα,

υπήρχαν μικρές τζιχαντιστικές ομάδες που εκμεταλλεύθηκαν αυτό το μίσος των σουνιτών για τα συμφέροντά τους, κατευθύνοντας, καθοδηγώντας και στρατολογώντας τους.

Αυτή η καταπίεση ήταν ο βασικός λόγος για τη γέννηση του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ το 2013.

Μέσα σε ένα ηφαίστειο οργής, η Συρία περίμενε το τελευταίο κύμα της Αραβικής Άνοιξης.

Αυτό το κύμα οδήγησε στην πτώση πολλών δικτατορικών καθεστώτων στη Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική.

Καθώς ο συριακός λαός ξεχύθηκε σε μια ειρηνική επανάσταση, η άμεση απάντηση του καθεστώτος Άσαντ ήταν θάνατος και τίποτα άλλο.

χιλιάδες σκοτώθηκαν και συνελήφθησαν και εκατομμύρια εκτοπίστηκαν από την γη τους μόνο και μόνο επειδή ζητούσαν ελευθερία και δημοκρατία.

Έτσι, υπό την υποκριτική στάση του διεθνούς συστήματος, οι πρώτες ομάδες ισλαμιστών εισήλθαν στο συριακό έδαφος από τα ιρακινά σύνορα για να εκμεταλλευτούν τις ίδιες συνθήκες που χρησιμοποίησαν και στο Ιράκ.

Και παρά το γεγονός ότι ο συριακός λαός είναι στην πλειοψηφία του ιδεολογικά μετριοπαθής, ο θάνατος ήταν επαρκές κίνητρο να μετατραπεί η ηρεμία σε φωτιά που εξακολουθεί να καίει μέχρι σήμερα.

Η υποκρισία της διεθνούς κοινότητας στην διαχείριση της συριακής επανάστασης είναι ακόμα ένας σημαντικός λόγος για την επέκταση της επιρροής του Ισλαμικού Κράτους από το ιρακινό στο συριακό έδαφος.

Η διεθνής και περιφερειακή σύγκρουση στην Συρία και το Ιράκ συνεχίζεται μέχρι τώρα. Η αδικία ενάντια στους σουνίτες του Ιράκ παραμένει.

Ο συριακός λαός, από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να υποφέρει από την δυτική υποκρισία και η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να παίζει τον βρώμικο ρόλο της στην διατήρηση του εγκληματικού καθεστώτος της Δαμασκού.

Όλοι οι παράγοντες και οι συνθήκες που προκάλεσαν τον σπινθήρα της δημιουργίας της πιο επικίνδυνης τζιχαντιστικής οργάνωσης που έχει γνωρίσει ο κόσμος στον αιώνα μας δεν εξέλειπαν, αντίθετα αυξάνονται.

Παρά το ότι η μηχανή των ΜΜΕ προσπαθεί να δείξει ότι το Ισλαμικό Κράτος έσβησε οριστικά, η πραγματικότητα είναι ότι χιλιάδες μαχητές του βρίσκονται ακόμα τόσο στην συριακή όσο και στην ιρακινή έρημο.

Οι αιτίες της ύπαρξής του εξακολουθούν να υφίστανται και η οργανωτική δομή του δεν έχει διαλυθεί.

Μπορώ να πω, λοιπόν, μετά βεβαιότητος ότι αυτά που συνέβησαν στο Baghuz δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή για κάτι πιο επικίνδυνο, πιο έμπειρο και πιο αδίστακτο.