18 Απριλίου 1897: Κηρύσσεται ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος, γνωστός και ως «ατυχής» πόλεμος του 1897, μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδας

Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 (γνωστός στην Ελλάδα και ως Μαύρο ’97 ή Ατυχής πόλεμος) ήταν ο πόλεμος μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδας το 1897.

Άμεση αφορμή ήταν το Κρητικό Ζήτημα, στο οποίο η Ελληνική πλειοψηφία της Οθωμανικής επαρχίας της Κρήτης επιθυμούσε την Ένωση με την Ελλάδα.

Παρά την αποφασιστική Οθωμανική στρατιωτική νίκη, η αυτόνομη Κρητική Πολιτεία υπό οθωμανική επικυριαρχία ιδρύθηκε το επόμενο έτος (ως αποτέλεσμα της παρέμβασης των

Μεγάλων Δυνάμεων μετά τον πόλεμο), με τον Πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας και της Δανίας ως πρώτο Ύπατο Αρμοστή .

Αυτή ήταν η πρώτη πολεμική προσπάθεια στην οποία δοκιμάστηκε το στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821 και την πτώχευσή της τον Δεκέμβριο του 1893.

Στις 18 Φεβρουαρίου, τη μέρα της απόρριψης από την Ελλάδα της διακοίνωσης των Συμμάχων για την αυτονομία της Κρήτης, κηρύχθηκε επίσημα γενική επιστράτευση (που

όμως είχε ξεκινήσει αθόρυβα τρεις μέρες πριν), με πολλές ατέλειες, κατά την οποία κλήθηκαν τελικά 10 κλάσεις εφέδρων.

Η τουρκική επιστράτευση είχε ξεκινήσει και εκείνη νωρίτερα, ακανόνιστα όμως και πολύ πιο πρόχειρα, ενώ η έλλειψη οικονομικών μέσων επαύξανε την αταξία επιστράτευσης των Τούρκων.

Την εποχή εκείνη Μέγας Βεζίρης ήταν ο Χαλίλ Ριφάτ Πασάς και Υπουργός Πολέμου ο Μεχμέτ Ριζά Πασάς.

Τη νύκτα της 16ης προς 17η του μηνός, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατηγόρησε την Ελλάδα για κατάληψη υψωμάτων στις περιοχές Ανάληψη και Παδίκα.

Το πρωί δε της επομένης, δηλαδή στις 17 Απριλίου (ν.η.) το Σουλτανικό υπουργικό συμβούλιο και ο Σουλτάνος αποφάσισαν τελικά να διατάξουν τις μεσημβρινές ώρες τον

οθωμανικό στρατό ν’ απωθήσει τις τελευταίες καταλήψεις των Ελλήνων και να περάσει στην επίθεση.

Το ίδιο βράδυ κλήθηκε ο Έλληνας πρεσβευτής στη Κωνσταντινούπολη Ν. Μαυροκορδάτος από τον υπουργό Εξωτερικών, τον Τουρχάν Πασά, πρώην Βαλή της Κρήτης,

ο οποίος επιστρέφοντας το διαβατήριό του του επέδωσε διακοίνωση διακοπής των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών

«ένεκα αρξαμένων υπό της Ελλάδος εχθροπραξιών κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Την επομένη, στις 6 / 18 Απριλίου, ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων (1897), στις 10.30 το πρωί, ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα Ασήμ Μπέης

επέδωσε στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Σκουζέ τη ρηματική διακοίνωση περί διακοπής των διπλωματικών σχέσεων.

Το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αμέσως μετά την επίδοση προέβη σε έντονη διαμαρτυρία ότι «η Ελλάς όχι μόνο δεν προέβη σε πράξεις εχθρότητας,

αλλά απεναντίας και υπέστη τις τελευταίες ημέρες επί πλείστων σημείων της οροθετικής γραμμής αλλεπάλληλες επιθέσεις του τουρκικού στρατού»

Λαμβάνοντας δε τη διακοίνωση αυτή ο τότε πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης συγκάλεσε σε έκτακτη συνεδρίαση την ελληνική Βουλή.

Μέσα σε θύελλα ζητωκραυγών και από την αντιπολίτευση όπου ο αρχηγός της Δ. Ράλλης όρθιος χειροκροτούσε τον πρωθυπουργό ανήλθε στο βήμα και προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις:

«Οφείλομεν να κηρύξωμεν εντεύθεν ότι ευλογημένη η ώρα κατά την οποίαν οι Τούρκοι προεκάλεσαν ημάς, κηρύξαντες τον ακήρυκτον αυτόν πόλεμον.

Δεν θα είναι ούτος πόλεμος μεταξύ δύο Πολιτειών, μεταξύ δύο κρατών, είναι πόλεμος του Γένους περί υπάρξεως, και εις τοιούτον πόλεμον οφείλει να αποδυθή ο Ελληνικός Λαός ..

Ο ελληνισμός έχει να εκδικήση την ύβριν τεσσάρων και πλέον αιώνων, και αποδυόμενος εις τον υπέρ των όλων αγώνα, εννοεί την ύβριν ταύτην να εκδικήση και θα νικήση ή δ’ άλλως ας εξοντωθή.»

Τον Ράλλη ακολούθησαν στο Βήμα και άλλοι αρχηγοί κομμάτων με ίδια ενθουσιώδη συμπεριφορά, στους δε δρόμους της Αθήνας που είχαν μαθευτεί σχετικά τα δρώμενα

είχε ξεχυθεί ο κόσμος ως χείμαρρος και πανηγύριζε με σάλπιγγες, ενώ το ίδιο βράδυ στις εκκλησίες, στην ακολουθία του Νυμφίου γίνονταν πολεμικές δεήσεις,

όπου γονατιστοί όλοι έψελναν το τροπάριο της «Υπερμάχου Στρατηγού».

Το δε απόγευμα της ίδιας ημέρας επιστράφηκε το διαβατήριο του Τούρκου πρέσβη, ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στη Κωνσταντινούπολη αποχώρησε στις 20 Απριλίου.

Μάλιστα κατά την αναχώρησή του παρευρέθηκε όλο το Διπλωματικό Σώμα της Κωνσταντινούπολης με εξαίρεση τον πρέσβη της Γερμανίας.

Στην απορία του Ν. Μαυροκορδάτου περί της απουσίας του, κάποιος διπλωμάτης επεσήμανε «Εξοχότατε φαίνεται πως είστε σε πόλεμο και με την Αυτοκρατορία της Γερμανίας!».

Η φράση αυτή παρά την υπερβολή της στην ουσία δεν απείχε πολύ από την αλήθεια.

Στη συνέχεια έπεσε η Κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη την οποία και διαδέχθηκε η Κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη.



Στείλε μας τις δικές σου απόψεις για στρατιωτικά θέματα που σε απασχολούν στο armyvoicegr@gmail.com