28η Οκτωβρίου: Ο Νίκος Καββαδίας στο Αλβανικό μέτωπο – Δυο κείμενα που συγκλονίζουν, άφησε παρακαταθήκη ο ποιητής της θάλασσας.

Δυο άνθρωποι της θάλασσας «συναντώνται» με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Νίκος Πηγαδάς, ιδιαίτερα γνωστός στο ναυτιλιακό ρεπορτάζ, ο οποίος τιμητικά φέρει το προσωνύμιο «καπετάνιος» μιλά στο Armyvoice.gr για τον π οιητή της Θάλασσας, το Νίκο Καββαδία ή Μαραμπού και τη θητεία του στο μέτωπο.

Ο καπετάνιος, με αφορμή το αφιέρωμα οτυ Armvoice.gr για την 28η Οκτωβρίου,  σκιαγραφεί την προσωπικότητα του ποιητή με τον απαιτούμενο λυρισμό, ανασύροντας από τα συρτάρια των αναμνήσεών του, την πρώτη τους συνάντηση, όταν ως νεαρός δημοσιογράφος του είχε πάρει συνέντευξη.

Ο Νίκος Καββαδίας στο Αλβανικό υπηρέτησε ως τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς του ασυρματιστή που είχε αποκτήσει μόλις ένα χρόνο πριν, χρησιμοποιήθηκε στο στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Αναμνήσεις από το μέτωπο θα περιγράψει σε επιστολές του αλλά και σε δύο μικρά πεζά : «Στο άλογό μου» (1941) και «Του πολέμου» (1969) το 1997 από τις εκδόσεις Άγρα

Το διήγημα «Του Πολέμου» γράφτηκε το 1969 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Αυγή» στις 26 Οκτωβρίου του 1975. Σε αυτό αφηγείται τη συνάντησή του με έναν Αρβανίτη που του έδωσε καταφύγιο στα βουνά της Αλβανίας.

Το αφήγημα «Στο άλογό μου» γράφτηκε στο χωριό Κούδεσι το 1941 και πρωτοδημοσιεύτηκε στον στον τόμο «Το Θαύμα της Αλβανίας απ’ τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας» του Ξένου Ξενίτα το 1945.

Του Πολέμου (απόσπασμα)

Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μου κάνει.

Νύχτωνε. Από τα χαράματα περπατούσα κάτω από τη βροχή. Ούτε στιγμή δεν είχα βρει έν’ απάγκιο. Ούτε κάτι να φάω. Μασούσα πού και πού κανένα φυλλαράκι ελιάς.

Μέσα σε μιαν αδειανή ιταλική χειροβομβίδα από ‘κείνες που ανοίγαμε με μια φουρκέτα -πού βρίσκαμε τέτοιο είδος;- κάνοντές τες ταμπακέρες, φύλαγα μερικά τσιγάρα μα δεν είχα σπίρτα. Δεν συναντούσα ψυχή.

Τα περισσότερα μουλάρια της μονάδας μου είχαν χωθεί ίσαμε το κεφάλι στη λάσπη μιας κατηφοριάς. Τα πιο άξια είχανε φθάσει σ’ ένα μοναστήρι ερειπωμένο πέρ’ από το Δέλβινο και ξεκουράζονταν.

Δεν ήξερα πού πήγαινα. Πόσο θα βαστούσα. Αν γλιστρούσα κι έπεφτα δεν θα ξανασηκωνόμουνα. Το ίδιο και το μουλάρι. Οι κατεβασιές από τους χειμάρρους όλο και θέριευαν.

Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό – στη στεριά είναι κάτι που ‘χει μέσα του μπαμπεσιά.

Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη. Ξαφνικά κουτρήσαμε και οι δυο πάνω σε κάτι που θα ‘πρεπε να ‘ταν τοίχος. Το χαλινάρι ξέφυγε από τα χέρια μου.

Το μουλάρι, ελεύθερο, γύρισε δεξιά και πήγε σύρριζα.

Ακολουθούσα ακουμπώντας το χέρι μου στα λιθάρια ενός τοίχου που δεν ήταν χτισμένος -μιας ξερολιθιάς- ώσπου είδα το ζώο να δρασκελάει το κάτω μέρος μιας ξύλινης πόρτας και να γονατίζει στη μέση μιας αυλής έτσι, καθώς ήταν φορτωμένο.

Μια μυρωδιά κοπριάς και άχυρου είχε πιλοτάρει προς τα ‘κεί το μουλάρι. Στάθηκα προσπαθώντας να ξεχωρίσω γύρω μου.

Είδα ένα χαμηλό σκοτεινό σπίτι στο βάθος. Προχώρησα, βρήκα την πόρτα και χτύπησα. Ξαναχτύπησα, τίποτα.

Ξαρματώθηκα και τον γκρα και χτύπησα κάνα – δυο δυνατές με τον υποκόπανο. Άκουσα μια βαριά φωνή από μέσα:

– Τι ζητάς τέτοιαν ώρα; Άμε καλιά σου.

– Ένα χέρι θέλω. Το μουλάρι μου έπεσε στην αυλή σου φορτωμένο και δεν σηκώνεται.

– Ξεφόρτωσέ το, βγάλε το σαμάρι και ίσιωσέ το…

– Δεν θα τα καταφέρω.

– Καθάρισε μονάχος σου, είμαι άρρωστος.

– Θα καθήσω σε τούτο το σκεπαστό και θα περιμένω να σταματήσει το νερό.

Δεν αποκρίθηκε. Κάθησα σ’ ένα πέτρινο πεζούλι. Η βροχή δυνάμωνε. Έπιασε να φυσάει.

“Να ‘χα τη νιτσεράδα μου, τη νορβηγέζικη, τα λαστιχένια ποδήματα… Τώρα τι γίνεται;”.

Άκουσα την πόρτα να τρίζει. Μισάνοιξε. Ένα φως αχαμνό πέρασε τη χαραμάδα. Ένας άντρας κοντός κρατούσε την πόρτα.

– Πόσες ώρες περπατάς;

– Από τα χαράματα.

– Τώρα είναι εφτά.

– Δεν με νοιάζει. Λίγο νερό θέλω.

– Άνοιξε το στόμα σου και κοίτα ψηλά. Αν στύψεις τα ρούχα σου, θα γιομίσεις δέκα παγούρια.

– Τότε βοήθησέ με να σενιάρω το μουλάρι και φεύγω.

– Για πού πας;

– Για το Δέλβινο.

– Έχεις χάσει το δρόμο. Έχεις κάμει το μπρος – πίσω.

Βγήκες έξω. Ήταν πολύ γέρος, με μεγάλα μουστάκια. Φαινόταν Τόσκος. Μιλούσε καλά τα ελληνικά. Πήγε στο μουλάρι και του λασκάρισε τις τριχιές. Τα δυο κιβώτια πέσαν μαλακά, δεξιά κι αριστερά στις πλάκες, το ζώο σηκώθηκε κι άρχισε να τρέμει. Το χάιδεψε στο κούτελο κι έπειτα στα πλευρά.

– Είναι μακριά η θάλασσα; ρώτησα.

– Αυτή σου ‘λειπε, είπε, μαλακώνοντας τη φωνή του. Τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια…

Στο άλογό μου

Το να γράψει κανείς σ’ έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ’ ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.

Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι’ αυτό θα σου γράψω.

Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά.

Τ’ άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει.

Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι… Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ’ άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).

Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι.

Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο.

Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου ‘δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ’ άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα.

Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να ‘χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι…

Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ’ άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από ‘κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες.

Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε.

Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα ‘χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν’ αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να ‘σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα.

Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα.

Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.

Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι…

Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.

Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!…

Κούδεσι, Μάρτης 1941



Στείλε μας τις δικές σου απόψεις για στρατιωτικά θέματα που σε απασχολούν στο armyvoicegr@gmail.com