Τουρκικές εκλογές Ερντογάν

Σύνοδος Κορυφής ΝΑΤΟ: Ο ρόλος του Ερντογάν. Είναι η πρώτη σύνοδος μετά την επανεκλογή του και με τον απόλυτο έλεγχο των εξουσιών στα χέρια του

Γράφει η Αντωνία Δήμου

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες στις 11 και 12 Ιουλίου συνιστά την πρώτη διεθνή διάσκεψη στην οποία θα μετάσχει ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν μετά την επανεκλογή του στις 24 Ιουνίου.

Η σύνοδος κορυφής κρίνεται σημαντική ειδικά ως προς την εταιρική σχέση της Τουρκίας με μέλη του ΝΑΤΟ και την πορεία σύγκλισης ή απόκλισης με τη Δύση.

Η φυλάκιση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών στις τουρκικές φυλακές της Ανδριανούπολης χωρίς να έχει απαγγελθεί κατηγορητήριο εκφεύγει του στενού πλαισίου των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Και τούτο διότι πρόκειται για δύο νατοϊκούς και Ευρωπαίους στρατιωτικούς που κρατούνται παράνομα σε φυλακές χώρας μέλους της βορειοατλαντικής συμμαχίας, εν προκειμένω της Τουρκίας, με προφανή σκοπό την άσκηση πιέσεων για την απόσπαση ανταλλαγμάτων τόσο από την Ελλάδα όσο και τη Δύση.

Τούτο άλλωστε αποτυπώνεται στην επιστολή που απέστειλε ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ προς τον πρόεδρο του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου καθώς συνδέθηκε επισήμως για πρώτη φορά η προοπτική διεξαγωγής δίκαιης δίκης για τους δύο νατοϊκούς στρατιωτικούς με την έκδοση των 8 Τούρκων που κατέφυγαν στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα τον Ιούλιο 2016.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία ασκεί με συνέπεια μία καταναγκαστική διπλωματία η οποία έχοντας ως αποδέκτες τόσο την Ελλάδα όσο και τη Δύση ενσαρκώνεται με τη διατύπωση απειλών περί υπονόμευσης του κράτους δικαίου.

Αίροντας έτσι εν τοις πράγμασι τις εγγυήσεις για διεξαγωγή δίκαιας δίκης οιουδήποτε ξένου πολίτη κρατείται σε τουρκικές φυλακές.

Μέσω της άσκησης καταναγκαστικής διπλωματίας, η Τουρκία αφενός επιχειρεί να αυξήσει τις όποιες αξιώσεις της έναντι τρίτων χωρών και αφετέρου να εκμεταλλευθεί πολιτικά τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την γεωπολιτική της θέση.

H μέχρι σήμερα υιοθέτηση στρατηγικής κατευνασμού της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ και τη Δύση γενικότερα έφερε ακριβώς το αντίθετο από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα καθώς εκλήφθηκε από την τουρκική ηγεσία ως αδυναμία.

Η δυτική στρατηγική κατευνασμού της Τουρκίας είχε ως συνέπεια την αύξηση της τουρκικής προκλητικότητας κατά τρόπο που υπονομεύει πλέον ανοιχτά τα νατοϊκά και δυτικά συμφέροντα.

Ταραγμένες σχέσεις με ΝΑΤΟ και Δύση

Η απόφαση της Άγκυρας να αγοράσει το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400 εντάσσεται στο πλαίσιο της υπονόμευσης των νατοϊκών συμφερόντων καθώς καταστρατηγείται η διαλειτουργικότητα του ΝΑΤΟ.

Και τούτο διότι το εν λόγω σύστημα δεν είναι συμβατό με τις νατοϊκές και αμερικανικές υποδομές που βρίσκονται επί τουρκικού εδάφους και ως εκ τούτου θα πρέπει να λειτουργήσει σε αυτόνομη βάση.

Ακόμη πιο κρίσιμη παράμετρος είναι οι ανησυχίες των νατοϊκών χωρών που έχουν αγοράσει τα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-35 ως προς την ασφάλεια της μεταφοράς στην τουρκική πολεμική Aεροπορία δεδομένων που αφορούν την τεχνολογία πέμπτης γενιάς λόγω των ενισχυμένων δεσμών της Άγκυρας με τη Μόσχα.

Ειδικότερα, η πιθανότητα ανταλλαγής διαβαθμισμένων πληροφοριών μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας σχετικά με τον τρόπο που το σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας S-400 λειτουργεί έναντι των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35 συνιστά κόκκινη γραμμή για τις νατοϊκές χώρες και τις ΗΠΑ ειδικώς διότι θα βοηθήσει τη Μόσχα να αναπτύξει την έρευνα για την αντιμετώπιση μαχητικών stealth.

Οι τελευταίες μάλιστα αναγνωρίζοντας ότι η πολιτική κατευνασμού έχει αποθρασύνει την τουρκική ηγεσία υιοθετούν πλέον ανοιχτά στρατηγική ανάσχεσης της Άγκυρας μέσω του αμερικανικού Kογκρέσου το οποίο εξετάζει νομοθετικά την παύση όλων των αμερικανικών πωλήσεων όπλων προς την Τουρκία και την επιβολή κυρώσεων κατ’ εφαρμογή της Πράξης CAATSA λόγω της τουρκικής συνεργασίας με απαγορευμένες ρωσικές εταιρείες, στις οποίες συγκαταλέγεται η ρωσική κρατική αεροπορική εταιρεία MKB «Fakel» που παράγει τους S-400.

Η αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400 αποτελεί την κορυφή στο παγόβουνο των διαταραγμένων σχέσεων της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ. Είχε προηγηθεί η πραγματοποίηση το Σεπτέμβριο 2010 αεροπορικών ασκήσεων της Τουρκίας με την Κίνα όπου συνεκπαιδεύθηκαν τα κινεζικά μαχητικά αεροσκάφη για πρώτη φορά με νατοϊκή χώρα εντός του τουρκικού εναερίου χώρου.

Ελεγχόμενη η απομάκρυνση από τη Δύση

Το 2013, η Τουρκία ανακοίνωσε την επιλογή κινεζικής εταιρείας για τη συμπαραγωγή αντιπυραυλικού συστήματος μεγάλης εμβέλειας, το οποίο ισχυρίζονταν ότι προτίθετο να καταστήσει διαλειτουργικό με τις αμερικανικές και νατοϊκές υποδομές που υφίστανται στην τουρκική επικράτεια.

Σημειωτέον δε ότι η τουρκική απόφαση για τη συμπαραγωγή αντιπυραυλικού συστήματος με την Κίνα τελικώς ακυρώθηκε εν μέσω νατοϊκών πιέσεων.

Το 2015, η Τουρκία βρέθηκε στο φως της δημοσιότητας και στο επίκεντρο των αποδοκιμασιών της Δύσης για την εικαζόμενη συστηματική και εν κρυπτώ στήριξη ισλαμιστικών οργανώσεων στη Συρία όπως η τρομοκρατική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος λειτουργώντας ως κέντρο λογιστικής υποστήριξης και εκπαίδευσης για τους ξένους μαχητές, ως προμηθευτής όπλων καθώς και ως αγοραστής στην μαύρη αγορά του συριακού πετρελαίου που εξάγονταν από την οργάνωση.

Η συγκεκριμένη τουρκική πολιτική, παρότι έχει πλέον αναθεωρηθεί, έρχονταν τότε σε ευθεία αντίθεση με την πολιτική της Δύσης και της Ρωσίας που επικεντρώνονταν στην καταπολέμηση της οργάνωσης Ισλαμικό κράτος.

Η de facto απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση εντάσσεται στο πλαίσιο υλοποίησης της νεοθωμανικής υψηλής στρατηγικής η οποία συνίσταται στην προβολή και εμπέδωση της τουρκικής κυριαρχίας τόσο στο άμεσο γειτονικό περιβάλλον όσο και στα εκτεταμένα γεωγραφικά όρια της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η απομάκρυνση ωστόσο της Τουρκίας από τη Δύση συντελείται σταδιακά και ελεγχόμενα εξαιτίας των στρατηγικών της αδυναμιών οι οποίες συμπυκνώνονται στην εξέλιξη του κουρδικού ζητήματος τόσο εντός όσο και εκτός των τουρκικών τειχών, στις προκλήσεις της εθνικής οικονομίας, στον ανταγωνισμό με γειτονικές χώρες όπως το Ισραήλ και τις δύσκολες σχέσεις με την ΕΕ και τις ΗΠΑ.

Ο ρόλος της Τουρκίας είναι στοχευμένος στο ΝΑΤΟ όπου στην επικείμενη σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες, η Άγκυρα επιδιώκει να καταστήσει εαυτόν επιχειρησιακά απαραίτητο σε τέτοιο βαθμό ώστε να της επιτραπεί να συνεχίσει να πατάει πάνω σε δύο βάρκες έχοντας το ένα πόδι στην βάρκα του ΝΑΤΟ και το άλλο πόδι πάνω στην έτερη βάρκα της Ρωσίας.

Επιδιώκει ανοχή στις γεωπολιτικές παρασπονδίες

Ειδικότερα, στην επικείμενη νατοϊκή σύνοδο κορυφής, η Τουρκία αναμένει να της ανατεθεί η διοίκηση της Δύναμης Ταχείας Επέμβασης Υψηλής Ετοιμότητας (VJTF) η οποία πρόκειται να λειτουργήσει το 2021 με σκοπό τη στρατιωτική επέμβαση για την αντιμετώπιση κρίσεων εντός μίας εβδομάδας.

Η Δύναμη Ταχείας Επέμβασης θα απαρτίζεται από 5 τάγματα συνολικά 5.000 στρατιωτών που θα υποστηρίζονται από αεροπορικές, ναυτικές και ειδικές δυνάμεις των νατοϊκών χωρών.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Τουρκία επιδιώκει να φιλοξενήσει στην Κωνσταντινούπολη το αρχηγείο της «Πρωτοβουλίας Ετοιμότητας του ΝΑΤΟ» (NRI), μίας στρατιωτικής δύναμης που θα αποτελείται από 30 τάγματα, 30 πολεμικά πλοία και 30 μοίρες πολεμικών αεροσκαφών, με δυνατότητα ανάπτυξης εντός 30 ημερών.

Η Άγκυρα μάλιστα εμφανίζεται έτοιμη να προτείνει στην επικείμενη νατοϊκή σύνοδο κορυφής τη μετατροπή της 3ης έδρας στρατού στην Κωνσταντινούπολη σε αρχηγείο επαφής της συγκεκριμένης δύναμης. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ-ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΟ “ΧΑΡΤΙ” ΓΙΑ ΝΑ “ΠΕΙΣΕΙ”