Αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας: Όνειρο ή εφιάλτης; - ΠΙΝΑΚΕΣ

Αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας: Όνειρο ή εφιάλτης; Την εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας για την μάχιμη πενταετία και την αναγνώριση των 6μήνων, σχολιάζει ο Λγος Κουκουράβας

Γράφει ο Λγος (ΕΜ) Στέφανος Κουκουράβας

Γραμματέας Παραγωγικών Σχολών ΠΟΜΕΝΣ

Το γεγονός της έκδοσης εγκυκλίου του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με θέμα: «Συμπληρωματικές οδηγίες για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών και σχετικών κρατήσεων δημόσιων υπαλλήλων και λειτουργών», με την οποία ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στο καθεστώς αναγνώρισης – υπολογισμού του διπλάσιου χρόνου υπηρεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων, αναμφίβολα αποτέλεσε το γεγονός των ημερών για τον κλάδο μας, καθώς πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά στο σύνολο σχεδόν των συναδέλφων.

Το περιεχόμενο τις εγκυκλίου, που εξειδικεύει σημαντικά ζητήματα, μπορεί σε γενικές γραμμές να χαρακτηριστεί ότι κινείται προς θετική κατεύθυνση.

Δεν περιλαμβάνει το σύνολο των διεκδικήσεων των συναδέλφων, αλλά συνιστά ένα αποφασιστικό βήμα προς θετική κατεύθυνση.

Δυστυχώς όμως και σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει πληθώρα σημείων που χρήζουν περαιτέρω αποσαφήνισης, γεγονός που δεν τιμά την Πολιτεία.

Όταν μεσολαβούν περίπου 2 χρόνια από την ψήφιση του θεσμικού πλαισίου (ασφαλιστική «μεταρρύθμιση»), μέχρι την έκδοση εγκυκλίου που εξειδικεύει το θέμα τότε μάλλον θα πρέπει ως σκεπτόμενοι ενεργοί πολίτες να προβληματιστούμε για τη λειτουργία του Κράτους για μια ακόμη φορά.

Σύμφωνα λοιπόν με την εγκύκλιο, το κριτήριο υπαγωγής σε καθεστώς αναγνώρισης διπλάσιου χρόνου υπηρεσίας, είναι ο χρόνος που έχει παρασχεθεί η εν λόγω υπηρεσία και όχι η ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου.

Για τις υπηρεσίες που ο χρόνος τους λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο, η εισφορά υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά εισφορών κλάδου σύνταξης (6,67%) και τις συντάξιμες αποδοχές που ίσχυαν όταν πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη υπηρεσία.

Οι εν λόγω χρόνοι λογίζονται ως πραγματική υπηρεσία, λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης και ανατρέχουν στο έτος κατά το οποίο παρασχέθηκαν κάθε φορά (και όχι το έτος που αναγνωρίστηκαν).

Συνεπώς, παύει αυτοδικαίως να εφαρμόζεται η αναγνώριση στο διπλάσιο των ετών υπηρεσίας, με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του χρόνου υποβολής της αίτησης.

Συναισθήματα αγωνίας διακατέχουν μεγάλη μερίδα συναδέλφων που έχει προβεί σε αναγνώριση των ετών αυτών, μετά την ψήφιση του Ν.4387/2016, ο οποίος εξειδικεύεται περαιτέρω με την πρόσφατη ερμηνευτική εγκύκλιο.

Η συγκεκριμένη κατηγορία, έχει καταβάλλει (εφάπαξ ή σε 60 ισόποσες δόσεις) εισφορές που δεν ανατρέχουν στο έτος που πραγματοποιήθηκε η προς αναγνώριση υπηρεσία, αλλά στον χρόνο υποβολής της αίτησης.

Με βάση τα όσα καθορίζονται στη σχετική εγκύκλιο, η καταβολή των εισφορών ως προς το ύψος τους έχει εσφαλμένα γίνει με τη συγκεκριμένη βάση υπολογισμού, η οποία πλέον σύμφωνα με νομικούς κύκλους, θεωρείται θεσμικά «πεπερασμένη» και δεν παράγει νόμιμο αποτέλεσμα.

Αντιθέτως, προκύπτει έννομο συμφέρον για χιλιάδες συναδέλφους, αν λάβει μάλιστα κανείς υπόψη του και τον χρόνο που απαιτήθηκε από τη δημοσίευση του νόμου μέχρι και την έκδοση της σχετικής εγκυκλίου (περί της 2ετίας)! Η αδικοπραξία του συστήματος σε όλο της το μεγαλείο…….

Συνεπώς, είναι επιβεβλημένο εκ των συνθηκών να γίνει άμεσα ο επανυπολογισμός των καταβαλλόμενων εισφορών, υπό το νέο πλαίσιο που οριοθετήθηκε με τη σχετική εγκύκλιο, προκειμένου να ακολουθήσει, κατά περίπτωση, η επιστροφή εισφορών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή ο συμψηφισμός των υπολειπόμενων ποσών για τους δικαιούχους.

Επίσης είναι απαραίτητος ο επακριβής καθορισμός της περιόδου υπηρεσίας που οι συγκεκριμένοι συνάδελφοι επιθυμούν να αναγνωρίσουν.

Στην παρούσα φάση δεν υπάρχει ανάλογη πρόβλεψη! Είναι ζήτημα εξαιρετικής σημασίας που πρέπει να διευθετηθεί το συντομότερο.

Το πρόβλημα και η αναστάτωση δεν οφείλεται στους συναδέλφους, αλλά στο Κράτος που δε διακρίνεται για τη συνέχεια και τη συνέπειά του.

Αυτό ισχύει πολύ δε περισσότερο όταν το πρόβλημα έγκειται σε ενέργειες ή παραλείψεις της Πολιτείας που συνεχίζει να νομοθετεί ανερμάτιστα, χωρίς διάλογο ουσιαστικό και με λογική ψυχρά εισπρακτική.

Περνώντας σε ορισμένα πιο «τεχνικά» ζητήματα, που εκτιμώ ότι ενδιαφέρουν επίσης μεγάλη μερίδα συναδέλφων, κρίνεται χρήσιμο να επισημανθεί ότι το καθεστώς ασφάλισης έχει πλέον επεκταθεί στα 40 έτη, με μέγιστο ποσοστό αναπλήρωσης στο 42,8% επί των συντάξιμων αποδοχών. Να μη λησμονούμε ότι με το προγενέστερο καθεστώς, αυτό του Ν.3865/2010 η αναπλήρωση άγγιζε το 61,2%, οπότε έχουμε και την ειδοποιό διαφορά!!!

Αλήθεια αναλογίστηκε κανείς πόση θα είναι η μείωση στο εισόδημα του κάθε στελέχους ε.α λόγω της τεράστιας απομείωσης του ποσοστού αναπλήρωσης;

Η σύνταξη πλέον για όσους αποχωρήσουν από την ενεργό υπηρεσία είναι το άθροισμα του ανταποδοτικού και του προνοιακού σκέλους (Εθνική σύνταξη).

Ενδεικτικά, στην περίπτωση εργαζόμενου με 40 έτη ασφάλισης που έχει μέσο όρο συντάξιμων αποδοχών 1.000 €, η ανταποδοτική σύνταξη ανέρχεται στο ποσό των 428 €, ενώ μαζί με την εθνική σύνταξη των 384 €, προκύπτει συνολικά ένα μικτό εισόδημα (όχι καθαρό) της τάξεως των 812 €, διότι πάνω σε αυτό το ποσό συνυπολογίζονται και οι κρατήσεις.

Επιπλέον, εργαζόμενος που αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία ηλικιακά στο 50ο έτος με 35 έτη εργασίας, λαμβάνει Εθνική σύνταξη μειούμενη κατά 5/40, ήτοι κατά 48 €, οπότε αυτή διαμορφώνεται στο επίπεδο των 336 €.

Στην περίπτωση στελεχών που κατατάχθηκαν προ της 01 Οκτ 1990 αναγνωρίζεται ο πρόσθετος ασφαλιστικός χρόνος δίχως εξαγορά (χωρίς καταβολή ασφαλιστικών εισφορών). Ο χρόνος αυτός συνυπολογίζεται ως προς την ποσοστιαία αναπλήρωση της σύνταξης, όχι όμως και οι εισφορές στον υπολογισμό της βάσης των συντάξιμων αποδοχών.

Αυτό συμβαίνει επειδή η κράτηση υπέρ Δημοσίου (6,67%) θεσμοθετήθηκε με το Ν.1902/1990 όσον αφορά τις συντάξεις των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου.

Στην περίπτωση στελεχών που κατατάχθηκαν μεταγενέστερα της 01 Οκτ 1990 και οι οποίοι καταβάλουν εισφορές (6,67%) για την αναγνώριση ετών που υπολογίζονται στο διπλάσιο και τα οποία παρασχέθηκαν από το 2002 και μετά, αυτά τα έτη συνυπολογίζονται και διαμορφώνουν ανάλογα την ανταποδοτική σύνταξη ως προς τη θεμελίωση και την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης.

Οι εν λόγω χρόνοι που αποτελούν πραγματική υπηρεσία, λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης και ανατρέχουν στο έτος κατά το οποίο παρασχέθηκαν κάθε φορά (όχι το έτος που αναγνωρίστηκαν).

Αντιθέτως, σημείο με ιδιαίτερη σημασία αποτελεί το γεγονός ότι έτη υπηρεσίας προ του 2002, εφόσον αναγνωριστούν, δεν θα ληφθούν υπόψη ως προς τις συντάξιμες αποδοχές.

Ενδεικτικά, δείτε παρακάτω μερικούς πίνακες που παραθέτω, κατά φθίνουσα κλίμακα από 40 έως 32 έτη ασφάλισης, για να δείτε τα νέα ποσά μεικτής σύνταξης που θα λάβουν τα στελέχη (ως σενάριο πάντα) μελλοντικά:

 

 

Υ.Γ: Κάποιοι στο παρελθόν με χαρακτήρισαν ατυχώς ως «τυμβωρύχο» (Π.Ο.Ε.Σ). Το παράδοξο είναι ότι και η Π.ΟΜ.ΕΝ.Σ, ο στενός διοικητικός πυρήνας της οποίας ατυχώς διαπνέεται από (κλαδικού χαρακτήρα) στείρα συντεχνιακή αντίληψη, δε συνηθίζει να «φιλοξενεί» την αρθρογραφία μου, όπως δεν αναδεικνύει θέματα, που έχω υποβάλλει και επισημάνει με επιστολές μου εδώ 3 και πλέον μήνες ως Γραμματέας Παραγωγικών Σχολών, με προβλήματα που ταλανίζουν μερικές χιλιάδες στελέχη και τα οποία δεν έχουν δει ακόμα το φως της δημοσιότητας, έτσι ώστε να αναδειχθούν προς επίλυση στην Πολιτική και Φυσική μας Ηγεσία. Ο αγώνας όμως συνεχίζεται ….

«Να φοβάσαι τους προφήτες κι αυτούς που είναι έτοιμοι να πεθάνουν για την αλήθεια, επειδή κατά κανόνα κάνουν και άλλους να πεθάνουν μαζί τους, μερικές φορές πριν από αυτούς και καμιά φορά αντί για αυτούς». Ουμπέρτο Έκο