Υπόθεση Πυρομαχικών: Τι αποκαλύπτει ένας αντιπτέραρχος μέσω του Armyvoice

Υπόθεση Πυρομαχικών: Τι αποκαλύπτει ένας αντιπτέραρχος μέσω του Armyvoice.gr - Πώς καταλήξαμε στον διεθνή διασυρμό της χώρας






Το Ελληνικό κοινό και η Δημόσια πολιτική ζωή, ταλανίζεται το τελευταίο διάστημα από το θέμα που δημιουργήθηκε σχετικά με την πώληση αποθεμάτων πυρομαχικών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας (ΒΣΑ). Γράφονται και λέγονται πολλά σχετικά με την οσμή σκανδάλου που έντονα αναδύεται.

Το αποτέλεσμα δυστυχώς είναι ότι από σειρά λανθασμένων χειρισμών, η Συμφωνία όχι μόνο δεν καρποφόρησε αλλά δύσοσμα κακοφόρμισε.

Την ύπαρξη σκοπιμοτήτων διερευνά ήδη η Ελληνική Δικαιοσύνη.

Δια του παρόντος θα επιχειρηθεί μία αντικειμενική και με βάση τους  νόμους που ισχύουν σε Σαουδική Αραβία και Ελλάδα, προσέγγιση του ζητήματος, ώστε να βοηθηθεί κάθε ενδιαφερόμενος ερευνητής.

Δεδομένου ότι τα πυρομαχικά είναι αμερικανικής προέλευσης και για την πώληση θα πρέπει να υπάρχει το third party agreement, ας δούμε μερικά θέματα που αν και γνωστά δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας



Γράφει ο Ιωάννης Αναστασάκης, αντιπτέραρχος (Ι) ε.α.

Απατεώνες και Δημόσιες Προμήθειες στη Σαουδική Αραβία


Για τη διατήρηση της αντικειμενικότητας, παραθέτω άμεσα τα στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ και πιο συγκεκριμένα η Υπηρεσία Διεθνούς Εμπορίου γνωστή ως International Trade Agency (ΙΤΑ).

Από τη δημοσιοποίηση της Οδηγίας του ΙΤΑ, εντοπίζεται ως σημαντικό, ένα μικρό αλλά αρκούντως κατατοπιστικό απόσπασμα του εγγράφου που έχει συνταχθεί σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες από τις Πρεσβείες των ΗΠΑ στο εξωτερικό. Ειδικότερα, σε απλή μετάφραση από τα αγγλικά, στην Οδηγία του ΙΤΑ  μεταξύ άλλων αναφέρονται επί λέξει και τα ακόλουθα:

«Τους τελευταίους μήνες, η εμπορική υπηρεσία των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία έχει παρατηρήσει μια αύξηση του αριθμού των αμερικανικών επιχειρήσεων που λαμβάνουν ανεπιθύμητες αλλά φαινομενικά ελκυστικές επιχειρηματικές προτάσεις από οντότητες που μεταμφιέζονται ως κυβερνητική υπηρεσία της Σαουδικής Αραβίας. 
Σε πολλές περιπτώσεις, οι απατεώνες παρουσιάζονται ως εργαζόμενοι με την Σαουδική κυβέρνηση που αναζητά έναν δυνητικό εταίρο για να συμμετάσχει σε προσοδοφόρες δημόσιες προμήθειες στο Βασίλειο. 
Αυτοί οι απατεώνες χρησιμοποιούν στις επικοινωνίες τους επιστολόχαρτα επίσημης εμφάνισης, ιστότοπους, γνωστά ονόματα κυβερνητικών και επιχειρησιακών στελεχών και συνηθισμένη γλώσσα διατύπωσης και διαδικασίες διαγωνισμού / προμηθειών για να δώσουν την εντύπωση της νομιμότητας.
Οι εταιρείες των Η.Π.Α. συμβουλεύονται εντόνως να ελέγχουν προσεκτικά και να διερευνούν τέτοιες "προσφορές" και "οντότητες" προτού προβούν σε πληρωμές, αποστολή  δειγμάτων  ή δεχθούν άλλες δεσμεύσεις».

Το έγγραφο αυτό καταλήγει επισημαίνοντας και πάλι επί λέξει, ότι σε κάθε περίπτωση:

«…πρέπει να ελέγχεται η αυθεντικότητα των εγγράφων που προσκομίζονται και η νομιμότητα των Συμβάσεων που υπογράφονται».


Το πρώτο συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι όντως υπάρχουν ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ στις Δημόσιες Συμβάσεις του ΒΣΑ. Εναπόκειται λοιπόν στις αρμόδιες Υπηρεσίες κάθε σοβαρού Κράτους να τους εντοπίζουν.

Όπως συμβαίνει λοιπόν και σε άλλες χώρες, στην περίπτωση της εξαγωγής από το ΥΠΕΘΑ στο ΒΣΑ, η Ελληνική Πρεσβεία είχε προσφέρει τις υπηρεσίες της ενημερώνοντας δεόντως, όπως προκύπτει τόσο από αναφορές στα μέσα ενημέρωσης όσο και από επερωτήσεις στην Ελληνική Βουλή.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΘΑ είχαν πληθώρα δυνατοτήτων να ελέγξουν και να διασταυρώσουν τα έγγραφα πριν την δέσμευση της χώρας με την υπογραφή της υπόψη «διακρατικής» Συμφωνίας με το ΒΣΑ.

Το γιατί δεν το έκαναν ή αν το έκαναν αλλά δεν λήφθηκε υπόψη από τον έχοντα το γενικό πρόσταγμα, είναι ένα σοβαρό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.

Οι επιτελείς της ΓΔΑΕΕ που χειρίζονται θέματα εξαγωγής αμυντικού υλικού, γνωρίζουν πολύ καλά και πρέπει να εφαρμόζουν με ευλάβεια τον έγγραφο «Οδηγό» του Wassenaar Arrangement (WA) με τίτλο:


 «Best Practices for Effective Export Control Enforcement». 

Το επιβοηθητικό αυτό κείμενο Οδηγιών που εφαρμόζεται διεθνώς αλλά και από το σύνολο των χωρών της ΕΕ, είναι στην ουσία ένα εργαλείο δουλειάς, που εγκρίθηκε αρχικά το 2000 και αναθεωρήθηκε το 2016. Ο

 Οδηγός αυτός σαν πρώτη Οδηγία, επί λέξει αναφέρει:

«Χρησιμοποιήστε τεχνικές υπολογισμού κινδύνου και διαδικασίες για την αξιολόγηση των μερών που εμπλέκονται στην προτεινόμενη διαδικασία εξαγωγής, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή σε ότι φαίνεται ύποπτο, μη εμπιστοσύνης, ή που παρουσιάζει υψηλό ρίσκο παράνομης χρήσης».
Η οδηγία είναι σαφέστατη και καθοδηγητική περί του πρακτέου.

Ο γράφων, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού ΥΠΕΘΑ είχε διατελέσει Πρόεδρος της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων (Experts Group) του WA και είχε χρησιμοποιήσει με επιτυχία τις περί του πρακτέου οδηγίες όταν ήταν τοποθετημένος στη ΓΔΑΕΕ.


Έχει συγγράψει μάλιστα σχετικό εγχειρίδιο με τίτλο: «Ασύμμετρες Απειλές και Ελεγχόμενα Υλικά – Ενημερωτικός Οδηγός για τις Υπηρεσίες Αδειοδότησης και Ελέγχου». Οι προβλεπόμενες διαδικασίες είναι σαφείς και γνωστές.


Γιατί λοιπόν διασύρθηκε η χώρα διεθνώς με παράτυπες ή και πιθανόν παράνομες ενέργειες και με αυτούς τους λάθος χειρισμούς χάθηκε η ευκαιρία πραγματικής πώλησης εύχρηστου αποθεματικού αμυντικού υλικού με άμεσο οικονομικό όφελος για τις Υπηρεσίες του Υπουργείου;

Στο ΥΠΕΘΑ ο κος Β.Π. ήταν γνωστός και πολύ παλιός γνώριμος της ΓΔΑΕΕ, έχοντας μάλιστα τελεσίδικη καταδίκη όπως αναφέρετε στα ΜΜΕ.

Το σοβαρό ερώτημα είναι γιατί έγινε αποδεκτός και γιατί υποστηρίζεται μέχρι και σήμερα από τον Υπουργό, σε αντιδιαστολή με την εντολή του ιδίου να μην πραγματοποιηθούν συνομιλίες στη ΓΔΑΕΕ με την επίσημη και νόμιμη αντιπροσωπεία του ΥΠΑΜ από το ΒΣΑ, όπως και πάλι προκύπτει από δημοσιεύσεις στα ΜΜΕ.

Γιατί έγινε αποδεκτός o κος Β.Π. να συνυπογράψει Δημόσιο έγγραφο, καταργώντας μάλιστα τον παγκόσμιο θεσμό της αμοιβαιότητας στην υπογραφή μιας Διακρατικής Συμφωνίας;

Επομένως, το ερώτημα που λογικά και αβίαστα προκύπτει είναι το περί της ορθής και νόμιμης διαδικασίας για την υπογραφή μιας Διακρατικής Συμφωνίας πώλησης αμυντικού υλικού στο ΒΣΑ, το οποίο και θα εξεταστεί στη συνέχεια.


Νομιμότητα και Δημόσιες Προμήθειες στη Σαουδική Αραβία


Σύμφωνα με πληροφορίες από διεθνές Γραφείο Νομικής υποστήριξης που εδρεύει σε Ευρώπη και ΗΠΑ και αναλαμβάνει διακρατικές υποθέσεις, στη Σαουδική Αραβία ο σχετικός νόμος καθορίζει ότι όλες οι Δημόσιες Προμήθειες πρέπει να προ-δημοσιεύονται στην επίσημη Εφημερίδα με τίτλο «official Gazette Umm al-Qoura (είναι μόνο στα Αραβικά), καθώς επίσης σε δύο μεγάλες εφημερίδες και στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Στη χώρα αυτή δεν υπάρχει κεντρική Υπηρεσία Δημόσιων Προμηθειών, αλλά στο Υπουργείο Οικονομίας (Ministry of Finance) λειτουργεί ένα κεντρικό procurement portal στο οποίο δημοσιεύονται συγκεντρωτικά οι προμήθειες όλων των Υπουργείων και Υπηρεσιών του Βασιλείου.

Οι δημόσιες προμήθειες διενεργούνται με βάση τον Βασιλικό νόμο Μ/58 με ημερομηνία 4/9/1427 (αραβικό Hijri ημερολόγιο) που αντιστοιχεί στις 27/9/2006 (Γρηγοριανό ημερολόγιο).

Το άρθρο 71 του νόμου αυτού καθορίζει σαφέστατα και ρητά ότι:

«όλες οι συμβάσεις να υπογράφονται και να εκτελούνται από την Αρχή της εκτέλεσης ενός έργου και όχι από οποιοδήποτε Ατζέντη».

Αυτό καθορίζει ο βασιλικός νόμος για τις Συμβάσεις δημόσιων προμηθειών γενικώς, που όπως προαναφέρθηκε πρέπει να υπογράφονται αποκλειστικά από την αρμόδια Αρχή της εκτέλεσης του έργου και όχι από οποιονδήποτε Ατζέντη.

Το άρθρο 47(α) του ανωτέρω βασιλικού νόμου, καθορίζει ότι οι Αμυντικές Προμήθειες εξαιρούνται από την γενική εφαρμογή του νόμου περί Δημοσίων Προμηθειών, διότι υπάρχουν επιπλέον δεσμεύσεις.

Έτσι λοιπόν πέραν του γενικού νομικού πλαισίου περί Συμβάσεων Δημόσιων προμηθειών, ειδικότερα για τις Αμυντικές προμήθειες εφαρμόζεται μία Διυπουργική Απόφαση (Council of Ministers) Resolution Νο 1275 με ημερομηνία 12/9/1395 (Ηijri) που αντιστοιχεί στις 18/9/1975 (Γρηγοριανό ημερολόγιο). Στην Απόφαση αυτή που ισχύει μέχρι σήμερα, καθορίζεται ότι επιπλέον των δεσμεύσεων του γενικού νόμου για τις Δημόσιες προμήθειες, ισχύει λοιπόν πιο δεσμευτικά ότι:
«καμία οντότητα που έχει συνάψει Σύμβαση με την κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας για την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού ή στρατιωτικού υλικού δεν μπορεί να καταβάλλει οποιαδήποτε προμήθεια σε οποιονδήποτε ενδιάμεσο, αντιπρόσωπο πωλήσεων, εκπρόσωπο ή μεσίτη, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύναψης της Σύμβασης μεταξύ της αλλοδαπής οντότητας και της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας  άμεσα, ή με τη μεσολάβηση τρίτου Κράτους».

Δηλαδή για να γίνει κατανοητό, στις αμυντικές προμήθειες όχι μόνο απαγορεύεται η υπογραφή Κυβερνητικών Συμβάσεων μέσω Ατζέντη, αλλά επιπλέον  απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαμεσολάβηση ιδιώτη (ατόμου ή εταιρείας). 

Καθορίζεται ρητά ότι στις Διακρατικές Συμφωνίες προμήθειας αμυντικού ή στρατιωτικού υλικού, επιτρέπεται μόνο η διαμεσολάβηση τρίτου Κράτους.

Η νομοθεσία του ΒΣΑ δικαιολογεί πλήρως την επιμονή των επίσημων εκπροσώπων του ΥΠΑΜ της Σ. Αραβίας για Government-to-Government συνομιλίες χωρίς μεσάζοντες, γεγονός που επιβεβαιώθηκε τόσο μέσω της ενημέρωσης των Ελληνικών διπλωματικών Αρχών στο Ριάντ, όσο και της επίσημης Σαουδαραβικής στρατιωτικής αντιπροσωπείας που επισκέφτηκε τη ΓΔΑΕΕ, πάντα σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας.

Το τι ακριβώς προβλέπετε από το νομικό πλαίσιο στη Σαουδική Αραβία για την δημόσια προμήθεια στρατιωτικού υλικού, είναι ξεκάθαρο και σαφές…


Νομιμότητα Εξαγωγής πυρομαχικών από την Ελλάδα


Επειδή το ζήτημα έχει προσεγγιστεί ήδη από πολλές πλευρές, θα αναφερθεί μόνο ο σχετικά πρόσφατος νόμος 4365/2016 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 16 Α΄/12-2-2016. Ο νόμος αυτός είναι η Κύρωση από την Ελληνική Βουλή της «Συνθήκης εμπορίας όπλων» που είναι γνωστή ως Arms Trade Treaty (ATT) και είναι συγκεκριμένα η Απόφαση: A/RES/67/234B της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

Από το νόμο αυτό επισημαίνονται δύο σχετικές με το αντικείμενο παράγραφοι, ως ακολούθως:
(Άρθρο 5, παράγραφος 5) «Κάθε Κράτος Μέλος θα λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Συνθήκης και θα ορίσει τις αρμόδιες εθνικές του αρχές, προκειμένου να υπάρχει ένα αποτελεσματικό και διαφανές εθνικό σύστημα ελέγχου το οποίο ρυθμίζει τη μεταφορά συμβατικών όπλων που καλύπτονται από το Άρθρο 2(1) και των ειδών που καλύπτονται από το Άρθρο 3 και το Άρθρο 4».

Το Άρθρο 3 αναφέρεται στα πυρομαχικά που είναι σχετικά με το θέμα. Αρμόδια αρχή στο ΥΠΕΘΑ είναι η ΓΔΑΕΕ, ο Γενικός Διευθυντής της οποίας φέρεται να υπέγραψε την υπόψη Συμφωνία με το ΒΣΑ.

Κάθε ανεξάρτητο Κράτος έχει την ελευθερία να υπογράφει Συμβάσεις και να εξάγει αμυντικό υλικό σύμφωνα με την εθνική και την διεθνή νομοθεσία.  Είναι όμως επίσης διεθνώς κατεστημένο, ότι στα πλαίσια της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και του ελέγχου των εξοπλισμών, οι ανεξάρτητες ενέργειες κάθε Κράτους στον τομέα αυτό, παρακολουθούνται και καταγράφονται από Υπηρεσίες άλλων Κρατών, από ανεξάρτητους διεθνείς Οργανισμούς και από άλλα διεθνή Ιδρύματα και Ινστιτούτα.

Κάθε παράβαση της διεθνούς νομιμότητας, είτε από άγνοια είτε εσκεμμένα, τιμωρείται νομοτελειακά βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα.

Σε κάθε περίπτωση εκτίθεται η χώρα διεθνώς.

(Άρθρο 6, παράγραφος 6) «Κάθε Κράτος Μέρος θα ορίσει ένα ή περισσότερα σημεία επικοινωνίας, για την ανταλλαγή πληροφοριών για ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή της παρούσας συνθήκης…».

Η διεθνής πρακτική για την εξαγωγή ελεγχόμενων αμυντικών υλικών είναι να υπάρχει ένα σημείο επικοινωνίας – point of Contact (POC) - σε κάθε συναρμόδιο Υπουργείο, όπως είναι το Άμυνας, το Εξωτερικών, το Εμπορίου ή Οικονομικών. Αυτά είναι τα Υπουργεία που διεθνώς είθισται να συνυπογράφουν για την έκδοση της Άδειας Εξαγωγής για τα ελεγχόμενα αμυντικά υλικά.

Το ερώτημα που γεννάται αβίαστα είναι αν εντοπίστηκε από την αρμόδια Υπηρεσία του ΥΠΕΘΑ το αντίστοιχο αρμόδιο σημείο επικοινωνίας στο Υπουργείο Άμυνας του ΒΣΑ, ώστε να διασφαλιστεί, όσον αφορά τη χώρα μας,  το προβλεπόμενο από την Συνθήκη ΑΤΤ  «αποτελεσματικό και διαφανές σύστημα ελέγχου» για την υλοποίηση μιας Διακρατικής Σύμβασης, που γίνεται με βάσει τη διεθνή νομιμότητα.

Προφανώς δεν εφαρμόστηκαν οι προβλεπόμενες δεσμεύσεις που καθορίζονται από τη Διεθνή Συνθήκη, η οποία όπως προαναφέρθηκε είναι πλέον νόμος του Ελληνικού Κράτους.

Και τούτο συνάγεται διότι, μελετώντας το Οργανόγραμμα του υπουργείου Άμυνας του ΒΣΑ, καθίσταται σαφές ότι το Αρχηγείο Αεροπορίας είναι πολύ χαμηλά στη πυραμίδα των εξουσιών, τόσο του Υπουργείου όσο και του γενικού Κυβερνητικού σχήματος.

Όπως φαίνεται στο Οργανόγραμμα που ακολουθεί, μεταξύ του Αρχηγείου Αεροπορίας και της Κυβέρνησης, μεσολαβεί το Διακλαδικό Επιτελείο, το Υπουργείο και βέβαια ο Βασιλέας που είναι ο επικεφαλής της Κυβέρνησης και των Ενόπλων Δυνάμεων στο σύνολό τους.




Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να γίνει αποδεκτό, ότι ένας αντισμήναρχος, δηλαδή ένας μεσαίου βαθμού Υπηρεσιακός Παράγοντας του Αρχηγείου Αεροπορίας του ΒΣΑ, είχε την δυνατότητα να εξουσιοδοτήσει ένα ξένο υπήκοο (και μάλιστα μη αραβικής ή μουσουλμανικής καταγωγής)  να εκπροσωπήσει το Υπουργείο και τον Βασιλιά που είναι οι Κυβερνητικοί Παράγοντες, για να υπογράψει μία Διακρατική (Κυβερνητική = Government) Συμφωνία που θα δεσμεύει τη χώρα του διεθνώς και μάλιστα για τύπο πυρομαχικών που δεν χρησιμοποιεί η Πολεμική Αεροπορία της χώρας του.

Για παράδειγμα, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔΑΕΕ που τοποθετείται με πρόταση του Υπουργού και έγκριση της Βουλής, είναι ένας Κυβερνητικός Παράγοντας, σε αντιδιαστολή με ένα βαθμοφόρο ένστολο αξιωματικό που  είναι τοποθετημένος στην συγκεκριμένη Υπηρεσία και άρα είναι ένας Υπηρεσιακός Παράγοντας.

Η εξουσιοδότηση του κου Β.Π. που δημοσιοποίησε το ΥΠΕΘΑ είναι εκδήλως προκλητική και διεθνώς απαράδεκτη, σε τόσο υπερθετικό βαθμό, ώστε θα έπρεπε να έχει προκαλέσει την εγρήγορση για επιπλέον έρευνα στις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Θα έπρεπε ακόμα να έχει ενημερωθεί και να έχει ενεργοποιηθεί το αρμόδιο Τμήμα της ΕΥΠ και του ΥΠΕΞ, όπως είναι γνωστό τόσο από την εθνική, όσο και από τη διεθνή πείρα και πρακτική.
Και βέβαια έπρεπε η έρευνα αυτή να έχει πραγματοποιηθεί πριν να εκτεθεί η χώρα μας υπογράφοντας τη διακρατική Συμφωνία που επικαλείται το ΥΠΕΘΑ.

Είναι απορίας άξιο και θα πρέπει να δημοσιοποιηθεί στη Βουλή ή στα ΜΜΕ, το Πρακτικό που συνέταξε ο οποιοσδήποτε Νομικός Σύμβουλος του ΥΠΕΘΑ ή του ΝΣΚ ή ιδιωτική νομική Εταιρεία, στο οποίο να επιχειρηματολογείτε και να τεκμηριώνεται επαρκώς ότι είναι νομικά αποδεκτή και έγκυρη η «διακρατική» αυτή Συμφωνία που παρουσίασε το ΥΠΕΘΑ.

Στις νόμιμες Διακρατικές Συμφωνίες, εφαρμόζονται αφενός συγκεκριμένοι δεσμευτικοί νόμοι και αφετέρου πολύ συγκεκριμένες διαδικασίες υπογραφής Συμβάσεων, αδειοδότησης και διεθνούς μεταφοράς πυρομαχικών.

 Τα θέματα αυτά τα γνωρίζουν οι αρμόδιοι επιτελείς που χειρίζονται περιπτώσεις διεθνούς διακίνησης ελεγχόμενων στρατιωτικών υλικών.

Εν κατακλείδι, εφόσον το ΒΣΑ επιθυμεί να προμηθευτεί τα συγκεκριμένα πυρομαχικά, βεβαίως και να το κάνει. Δεν υπάρχει καμία αντίρρηση επ’ αυτού, αρκεί να εφαρμοστεί η εθνική και η διεθνής νομιμότητα. 

Σχετικά όμως με την έγκριση της συγκεκριμένης Συμφωνίας από τη Βουλή, θα έπρεπε οι ψηφίσαντες να έχουν ενημερωθεί για την «Κοινή Θέση» (Council Common Position 2008/944/CFSP) που έχει υιοθετηθεί σύμφωνα με το Άρθρο “V” της Συνθήκης της ΕΕ. 

Σε αυτή την «Κοινή Θέση» φαίνεται ότι από τα οκτώ (8) κριτήρια που καθορίζονται, η διακρατική Συμφωνία με το ΒΣΑ παραβιάζει τα έξι (6). Επίσης οι ψηφίσαντες για να έχουν πλήρη αντίληψη, θα έπρεπε να ενημερωθούν για τις διαδικασίες “Denial” και “Undercutting” από τις χώρες της ΕΕ προς το ΒΣΑ. Αν οι ψηφίσαντες στη Βουλή για να εγκρίνουν αυτή τη Συμφωνία δεν είχαν ενημερωθεί για τα ανωτέρω και ψήφισαν μόνο με το «οικονομικό» κίνητρο, τότε απλώς παραπλανήθηκαν.

Ειδικά για τον έχοντα το γενικό πρόσταγμα, στο σημείο των υπογραφών του νόμου 4365/2016 με τον οποίο κυρώθηκε από την Ελληνική Βουλή η Διεθνής Συνθήκη για τα συμβατικά όπλα (ΑΤΤ) του ΟΗΕ, υπάρχει και η υπογραφή του Υπουργού Άμυνας της χώρας μας. Άρα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε ή ότι παραπλανήθηκε περί του πρακτέου.

Σαν φορολογούμενος Έλληνας Πολίτης, αλλά και σαν απόστρατος Αξιωματικός, αναμένω τις εξηγήσεις που ο ίδιος δήλωσε στη Βουλή ότι θα παρέχει κατά τη συζήτηση σχετικής επερώτησης. Μακάρι να έχει τις σωστές απαντήσεις. Τότε πράγματι θα ξεκαθαρίσουν πολλά.