28η Οκτωβρίου: Τι γιορτάζουμε και τι μαθαίνουμε ως λαός και ως έθνος

28η Οκτωβρίου: Τι γιορτάζουμε αυτή την ημέρα και τι μαθαίνουμε ως λαός και ως έθνος για το ποιοι πρέπει να (ξανα)γίνουμε







Γράφει ο ΚΡΙΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΣ


Τις πρώτες ημέρες της ιταλικής επίθεσης στην Ήπειρο, μια πυροβολαρχία μας κατέρριψε δύο ιταλικά βομβαρδιστικά.

Σε ένα από αυτά βρέθηκαν δύο κιβώτια γεμάτα με μαύρα μαντίλια.

Ο Στρατηγός Κατσιμήτρος απόρησε και ζήτησε να φέρουν μπροστά του τους αιχμάλωτους Ιταλούς πιλότους. Τους ρώτησε τι νόημα είχε το παράξενο φορτίο τους.

Και αυτοί του απάντησαν ότι η αποστολή τους ήταν να ρίξουν τα μαύρα μαντίλια πάνω από τα Ιωάννινα για να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους με το «μήνυμα» του επερχόμενου πένθους για τα παιδιά τους που θα σκοτώνονταν στο Μέτωπο…

Τον τελευταίο καιρό γίνεται μια προσπάθεια να υπάρξει μια «νέα ανάγνωση» της περιόδου 1940-1944,με επίκεντρο την …«αντιπαράθεση» μεταξύ της 18ης Οκτωβρίου-ημέρας που το 1944 απελευθερώθηκε η Αθήνα από τους Γερμανούς- και της 28ης Οκτωβρίου.


Λένε αυτοί που την καλλιεργούν: «η 28η,είναι η αρχή του πολέμου»-και εννοούν ότι ανήκει στους «άλλους»,δηλαδή στον Μεταξά.

Ενώ η 18η «είναι η Απελευθέρωση»-και εννοούν ότι ανήκει σε «εμάς», δηλαδή στην ΕΑΜική Αντίσταση .

Πρόκειται για μια ιδεοληπτική και μάλλον φαιδρή προσπάθεια εργαλειοποίησης της Ιστορίας.
Ούτε η 28η Οκτωβρίου είναι «του Μεταξά» ,ούτε η 18η είναι «της ΕΑΜικής Αντίστασης».

Γιατί και το ΟΧΙ και η Εθνική Αντίσταση, δεν ανήκουν σε κανένα πρόσωπο, σε κανένα κόμμα και σε καμία παράταξη.

Ανήκουν στο σύνολο, ανήκουν στον Λαό, ανήκουν στο Έθνος.

Αυτό δεν αναιρεί την ιστορική πραγματικότητα ότι το ξημέρωμα της 28ης,αυτός που είπε το ΟΧΙ ήταν ο Μεταξάς (για την ακρίβεια, είπε στον Γκράτσι στα γαλλικά «άρα, έχουμε πόλεμο»).
Ούτε, φυσικά, «αθωώνει» τον δικτάτορα για τον πρότερο πολιτικό του βίο.


Όπως και δεν αναιρεί το γεγονός ότι ανάμεσα στις πολλές Οργανώσεις και στα μεμονωμένα πρόσωπα που αντιστάθηκαν στην τριπλή Κατοχή 1941-1944, κορυφαία είναι η συμβολή του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ.

Αυτή όμως η μάλλον γραφική απόπειρα να «ξαναγραφτεί η Ιστορία» ,μπορεί και πρέπει να γίνει μια καλή αφορμή για να αναδειχτούν οι πραγματικές διαστάσεις του Έπους του ΄40.

Δηλαδή του ΟΧΙ του ελληνικού έθνους απέναντι στον φασισμό και τον ναζισμό που ξεκινά στις 28 Οκωβρίου 1940,τελειώνει με την Απελευθέρωση το 1944 και αποτελεί μια ΕΝΙΑΙΑ ιστορική περίοδο, που περιλαμβάνει την απόκρουση της ιταλικής εισβολής, την προέλαση στη Βόρειο Ήπειρο, την γερμανική εισβολή, την Μάχη των Οχυρών, την Μάχη της Κρήτης, την Εθνική Αντίσταση, την Μέση Ανατολή και την δράση του Ναυτικού στη Μεσόγειο.

Αυτή την ΕΝΙΑΙΑ ιστορική περίοδο, που αποτελεί μέρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εμείς οι ίδιοι , δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί, όλοι μαζί… «καταφέραμε» να την κάνουμε χίλια κομμάτια, τραβώντας από δω κι από εκεί ό,τι …«συνέφερε» και, τελικά, να τη ΘΑΨΟΥΜΕ κάτω από μικρότητες, σκοπιμότητες, ηλιθιότητες και πολλές, άπειρες αθλιότητες.

Κι όμως…


Η Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου «γράφει» ότι μέχρι τις 28 Οκτωβρίου 1940, οι δυνάμεις του Άξονα, δηλαδή ο φασισμός και ο ναζισμός, δεν είχαν γνωρίσει πουθενά καμία στρατιωτική ήττα.

Η ναζιστική γερμανία «κατάπινε» από το 1939,χωρίς αντίσταση, τη μία μετά την άλλη τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Τα αεροπλάνα της Λουφτβάφε έσπερναν τον θάνατο στο Λονδίνο.

Υπήρξε χώρα της Σκανδιναβίας, όπου μόλις εμφανίστηκε στα σύνορα ένας γερμανός στρατιώτης πάνω σε ένα… ποδήλατο, οι έρμοι οι συνοριοφύλακες έλαβαν εντολή και σήκωσαν τη μπάρα!

Την ίδια περίοδο, η φασιστική Ιταλία έκανε πράξη τα αυτοκρατορικά σχέδια του mare nostrum μετατρέποντας τα Βαλκάνια σε προτεκτοράτο, ενώ στην Αιθιοπία οι ιταλοί έκαιγαν τους δύστυχους ιθαγενείς με βόμβες φωσφόρου.

Την ώρα λοιπόν που πάνω από ολόκληρη την Ευρώπη πλανιόταν ο τρόμος μιας πολεμικής μηχανής που σάρωνε στο πέρασμά της τα πάντα, η «μικρή» Ελλάδα, που ακόμα έγλειφε τις πληγές της από τη μεγαλύτερη καταστροφή της Ιστορίας της, το 1922, βρέθηκε αντιμέτωπη με το τελεσίγραφο.
Και απάντησε ΟΧΙ.

Αλλά ποιοι απάντησαν ΟΧΙ και σε ποιους;


Στην Ήπειρο η VIIIη Μεραρχία Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, με 4 συντάγματα Πεζικού, 15 τάγματα Πεζικου, 16 πυροβολαρχίες, 5 ουλαμούς Πυροβολικού Συνοδείας, 2 τάγματα Πολυβόλων Κινήσεως, 1 πολυβολαρχία Βαρέων Πολυβόλων και 1 μεραρχιακή μονάδα Αναγνωρίσεως και το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων.

Στη Δυτική Μακεδονία το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα, με δύο Μεραρχίες Πεζικού.

Το Γ΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, με δύο Μεραρχίες και μια ταξιαρχία Πεζικού.

Επίσης, στην περιοχή της Πίνδου, το «Απόσπασμα Πίνδου» υπό τον Συνταγματάρχη Δαβάκη.
Σύνολο ανδρών, 35.000 ,με μεγάλο μέρος του οπλισμού πεπαλαιωμένο ή προερχόμενο από ήδη κατεχόμενες χώρες ή και από τις χώρες του Άξονα, δηλαδή με ελλείψεις υλικού και με ελάχιστη αεροπορική υποστήριξη.

Αυτή λοιπόν η ελληνική δύναμη, δέχθηκε την επίθεση από μια πολεμική μηχανή πολύ ανώτερη σε εξοπλισμό και αριθμητικά υπέρτερη-οι ιταλοί στην πρώτη φάση της επίθεσης ήταν 86.000, αναλογία πάνω από 1/2.

Από αυτούς,42.000 ανήκαν στο XXV Σώμα Στρατού με τις Μεραρχίες «Φερράρα»,«Τζούλια»,«Σιέννα»,«Κένταυρος» και 44.000 στο XXVI Σώμα Στρατού με τις Μεραρχίες «Κορυτσά»,«Πιεμόντε»,«Πάρμα»,«Βενέτσια», και «Αρέτζο».

Οι Ιταλοί υπερείχαν συντριπτικά στον αέρα, είχαν πολύ πιο εξελιγμένο οπλισμό και αριθμητική υπεροχή στο πυροβολικό.

Η λογική των αριθμών έλεγε ότι ο Μουσολίνι είχε απόλυτο δίκιο όταν δήλωνε πως «σε μια εβδομάδα θα πίνω τον καφέ μου στην Αθήνα».


Την «απάντηση» την βρίσκουμε σε μια διαταγή που εξέδωσε ο Κατσιμήτρος, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1944: «…Ενθυμούμενοι την Ιστορία και τις παραδόσεις μας, ας δείξουμε στους πιθανούς αντιπάλους μας ότι ούτε το πλήθος ούτε η υλική ισχύς φέρνουν τη νίκη, αλλά οι ψυχικές δυνάμεις και η στερεά πεποίθηση σε αυτήν και στο δίκαιο του αγώνα μας, γιατί θα αγωνιστούμε υπέρ βωμών και εστιών.

Η τιμή των ελληνικών όπλων απαιτεί, όπως κάθε τμήμα, σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν βρεθεί, να πολεμήσει μέχρι του τελευταίου ανδρός και του τελευταίου φυσιγγίου, και να θυσιαστεί, αλλά ουδέποτε να παραδοθεί» .

Με αυτό άλλωστε το πνεύμα είχε απαντήσει στον άκαπνο «στρατάρχη» Παπάγο όταν έλαβε τη διαταγή… σύμπτυξης στη Θεσσαλία:« ΚΡΑΤΑΩ ΚΑΛΠΑΚΙ».

Γιατί εδώ είναι όλη η ουσία.

Το Έπος της Πίνδου και της Βορείου Ηπείρου, δεν εξηγείται μόνο με «τεχνικές» ερμηνείες για την σωστή οχύρωση, την έξυπνη τακτική και την άρτια εκμετάλλευση των εδαφικών και των καιρικών συνθηκών.

Όλα αυτά υπάρχουν, αλλά δεν αρκούν.


Αυτό που έκανε τον Κατσιμήτρο να απαντήσει σχεδόν περιφρονητικά στον Παπάγο, ήταν αυτό που έβλεπε με τα μάτια του, αυτό που άκουγε με τα αυτιά του στα στρατόπεδα, στα χωριά και στα βουνά.

  • Ήταν το «ΑΕΡΑ» και το « ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΝΟ» των ανδρών του.
  • Ήταν οι γέροντες και τα πιτσιρίκια που ζήταγαν, που απαιτούσαν ντουφέκι.
  • Ήταν οι γυναίκες που έζευαν τα γαΐδουράκια και φορτώνονταν οι ίδιες στις πλάτες τους ολόκληρα βουνά από πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα και ανέβαιναν γκρεμούς μέσα στα χιόνια.
  • Ήταν δηλαδή ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, μια πανστρατιά.
  • Ήταν ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ με απόλυτη περιφρόνηση κάθε «λογικής», την οποία-κι αυτό δεν είναι «εθνικισμός»-δεν την επέδειξε κανένας άλλος ευρωπαΐκός λαός μέχρι τότε.


Και γι αυτό η Ιστορία έγραψε ότι εδώ, στην Ελλάδα, ο Άξονας γνώρισε την πρώτη του στρατιωτική ήττα στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μια ήττα μάλιστα με καθοριστικές προεκτάσεις, καθώς η ιταλική υποχώρηση ανάγκασε τον Χίτλερ να παρέμβει για να σώσει τον σύμμαχό του, καθυστερώντας έτσι την επίθεσή του εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης-καθυστέρηση που αποδείχθηκε μοιραία, καθώς όταν πια εξαπέλυσε την «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα» βρήκε απέναντί του τον ανίκητο «Στρατηγό Χειμώνα».

Γι αυτό λοιπόν γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να θυμόμαστε, τα όσα ακολούθησαν, τα λάθη όλων και τα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ορισμένων-πολλών, ακόμα και κάποιων που στις 28 Οκτωβρίου 1940 έκαναν το καθήκον τους…

Αλλά αλίμονο αν τα «μετά» γίνονται επιχείρημα για να γραφτεί κατά πως νομίζουν κάποιοι πως «βολεύει» η προηγούμενη Ιστορία- ενώ μάλιστα δεν «βολεύει» καν.

Η 28η Οκτωβρίου, μας διδάσκει πολλά για το ποιοι είμαστε ως Λαός, ως Έθνος.

Και, κυρίως, για το ποιοι πρέπει να (ξανα)γίνουμε.