S-400: Τι κρύβεται πίσω από τη συμφωνία Ρωσίας - Τουρκίας - Όλο το παρασκήνιο

Η ενδεχόμενη απόκτηση από την Τουρκία πυραύλων S-400 αναμένεται να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο. Θα προχωρήσει η αγορά; Μάθετε όλα όσα συμβαίνουν στο παρασκήνιο







Το τελευταίο διάστημα συνεχή είναι τα δημοσιεύματα τόσο στον ρωσικό όσο και στον τουρκικό Τύπο περί συμφωνίας πώλησης του ρωσικού αντιαεροπορικού – αντιβαλλιστικού συστήματος, S-400, στην Τουρκία.

Αν και ακόμα δεν έχουν γίνει γνωστοί οι όροι και οι λεπτομέρειες πώλησής του, ούτε εάν τελικώς θα γίνει αυτή η αγορά, στρατιωτικοί αναλυτές διερωτώνται γιατί θα ήθελε ένα τέτοιο προωθημένο οπλικό σύστημα η Τουρκία, τη στιγμή που δεν απειλείται ουσιαστικά από κάποια γειτονική χώρα.

Να σημειωθεί πως η Τουρκία αφήνει να εννοηθεί ότι η απειλή, από την οποία θέλει να «θωρακιστεί», είναι η Συρία και το Ιράν (!).

Στη Συρία, όμως, ως γνωστόν, μόνον τα ρωσικά αεροσκάφη πετούν (σε περιοχή ελεγχόμενη από ρωσικές δυνάμεις και μονάδες του Ασαντ, επίσης έχουν αναπτυχθεί S-400).

Πάντως, αυτό το αρκετά ακριβό οπλικό σύστημα είναι μετακινούμενο και κάλλιστα, εύκολα μπορεί να μετακινηθεί δυτικά προς την κατεύθυνση της Ελλάδας.

Κάτι που θα επηρεάσει άμεσα την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.

Όλα αυτά τη στιγμή που η τουρκική Πολεμική Αεροπορία, παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, κλιμακώνει ποιοτικά, ιδιαίτερα μετά τον Ιούλιο του 2017, τις προκλήσεις της στο Αιγαίο. 

Ειδικότερα, παρατηρείται θεαματική αύξηση των μαχητικών αεροσκαφών που εισβάλλουν στον εναέριο χώρο  στο Αιγαίο, ενώ διπλασιάστηκαν τα αεροσκάφη που είναι οπλισμένα.

Πάντως, η ατμόσφαιρα στην ρωσική κοινή γνώμη είναι ήδη αρνητική απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε δημοσκόπηση που έγινε στη Ρωσία τον Αύγουστο από την εταιρεία FOM (1500 ερωτηθέντες), μόνο το 25% των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της πώλησης των S-400 στην Τουρκία (48% κατά).

Εάν πράγματι, λοιπόν, η Μόσχα σκοπεύει να προβεί σε μια τέτοιου στρατηγικού χαρακτήρα κίνηση, θα πρέπει να σκεφτεί καλά τις αρνητικές συνέπειες που θα υπάρξουν με μια σειρά φιλικές της χώρες στην ευρύτερη γειτονιά μας.

Όπως και να’ χει, η πρόθεση αυτή έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό και μεγάλα ερωτηματικά στην Αθήνα.

Πόσο μάλλον, όταν η ρωσική πλευρά, με κάθε ευκαιρία, διατείνεται ότι θέλει φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα, καθώς και να ενισχύσει τα κοινά συμφέροντα, ιστορικούς και θρησκευτικούς δεσμούς των δυο λαών και χωρών.

Προχθές ο σύμβουλος του Ρώσου προέδρου, αρμόδιος για θέματα στρατιωτικής και τεχνολογικής συνεργασίας, Βλαντίμηρ Κόζιν, επιβεβαίωσε, μιλώντας στο ρωσικό ειδησεογραφικό πρακτορείο TASS, την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ρωσίας – Τουρκίας για την αγορά των S-400.

Ο ίδιος απέφυγε να δώσει διευκρινίσεις επί της συμφωνίας, επικαλούμενος την … πολυπλοκότητα (!) του συστήματος, και κάνοντας λόγο για «τεχνικές λεπτομέρειες».

Στην πραγματικότητα, μιλώντας για «λεπτομέρειες», εννοούσε, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, τις πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ προς την Τουρκία για να μην αγοράσει τα συστήματα.

Πρόκειται για τέσσερις συστοιχίες S-400, έναντι 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκ των οποίων οι δυο πρώτες θα παραδοθούν μέσα σε δυο χρόνια.

Ο κ. Κόζιν, «διαφημίζοντας» το αντιαεροπορικό σύστημα, ανέφερε στην ίδια συνέντευξη ότι σειρά χωρών της Μέσης Ανατολής και της Ασίας επιδεικνύουν μεγάλο ενδιαφέρον για την αγορά των S-400.

Αμυντικοί κύκλοι επίσης αναφέρουν ότι η ρωσική κατασκευάστρια έχει ήδη προχωρήσει τεχνολογικά στην επόμενη γενιά παρόμοιων συστημάτων.

Ειδικότερα, στους αντιβαλλιστικούς S-500), και ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις των S-400 θα κατευθυνθούν για την χρηματοδότηση των νέων, εξελιγμένων συστημάτων, τα οποία θα διαθέτουν μόνο οι ρωσικές Ενοπλες Δυνάμεις.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, βέβαια, επιθυμούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις από την πώληση στην Τουρκία (αλλά και στο Ιράν) των ιδιαίτερα αποτελεσματικών S-400.

Από τη μεριά τους, οι ΗΠΑ παρακολουθούν από κοντά εδώ και καιρό τις εξελίξεις στο θέμα, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, Αμερικανοί ειδικοί εκτιμούν ότι η Ρωσία μάλλον δεν θα δώσει την έγκρισή της για να στηθεί γραμμή παραγωγής των S-400.

Κάτι που αντίθετα θέλει η Τουρκία.

Να σημειωθεί ότι, όπως γράφει η ρωσική εφημερίδα Κομμερσάντ, «η συμφωνία αφήνει μερικά ζητήματα ανοιχτά.


  • Στο σχετικό συμβόλαιο η τουρκική πλευρά δεν αναφέρει την εκχώρηση δανείου για την απόκτηση των οπλικών συστημάτων, και αυτή είναι μια πτυχή θα πρέπει να συμφωνηθεί ξεχωριστά. 
  • Η Τουρκία θέλει να αναπτύξει την παραγωγή των S-400 στο έδαφος της (και μάλιστα με υψηλού επιπέδου τοπικές προσαρμογές). Ωστόσο, οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες είναι αντίθετες σε μια τέτοια προοπτική καθώς θεωρούν ότι δεν πρέπει να επιτραπεί σε μια χώρα του ΝΑΤΟ να έχει πρόσβαση στις τεχνολογίες αυτές».

Σύμφωνα με πληροφορίες, αμερικανικοί κύκλοι εκτιμούν ότι οι πιθανότητες προμήθειας αυτού του συστήματος από την Τουρκία είναι αρκετά μεγάλες, καθώς και ότι δεν πρόκειται για μια επικοινωνιακή κίνηση τακτικής της Αγκυρας, προκειμένου να εκβιάσει ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον σε άλλους τομείς (διπλωματικό, πολιτικό) καθώς και στον αμυντικό.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, στην Ουάσιγκτον εκτιμούν ότι η προμήθεια του ρωσικού συστήματος θα έλθει να προστεθεί ως ένα ακόμη πρόβλημα στα ήδη πολλά συσσωρευμένα προβλήματα ανάμεσα στις δυο χώρες. 

Ήδη, μηνύματα αμερικανικής δυσαρέσκειας φέρονται να έχουν μεταφερθεί σε πολύ υψηλόβαθμους κύκλους της τουρκικής εξουσίας.

Ως γνωστόν, η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι είχε ζητήσει από τις ΗΠΑ την αγορά του αντιαεροπορικού συστήματος Patriot, καθώς και την συμπαραγωγή του στην Τουρκία.

Εξίσου γνωστό είναι ότι η Άγκυρα, τα τελευταία χρόνια, μονίμως στο ΝΑΤΟ, στο όνομα της «αλληλεγγύης», ζητούσε να της στείλουν προσωρινά Patriot, προκειμένου να αντιμετωπίσει πιθανές απειλές από τη Συρία.

Κάτι μάλιστα που έκαναν ευρωπαϊκές χώρες (ΝΑΤΟ – ΗΠΑ και Γερμανία παραχώρησαν Patriot το 2013 και τους απέσυραν το 2015).

Άλλοι κύκλοι στις ΗΠΑ θεωρούν ότι η τουρκική απόφαση έχει καθαρά πολιτικά κίνητρα, και διατηρούν ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το εάν πράγματι θα προχωρήσει σε αυτή την προμήθεια η Τουρκία.

Επίσης, σύμφωνα με πληροφορίες, σημειώνουν ότι, εφόσον γίνει τελικώς η αγορά, η Άγκυρα παραβιάζει της κυρώσεις που υιοθέτησε πρόσφατα το Κογκρέσο κατά της Ρωσίας, ενώ υποστηρίζουν ότι το σύστημα των S-400 είναι ασύμβατο με τα ΝΑΤΟϊκά συστήματα.

Πάντως, και στο παρελθόν, οπότε ηγέρθη θέμα συμβατότητας, με αφορμή τους ελληνικούς S-300, η ρωσική πλευρά ισχυριζόταν ότι αυτό είναι μια «τεχνική λεπτομέρεια που λύνεται».

Στην όγδοη θέση παγκοσμίως η στρατιωτική δύναμη της Τουρκίας


Σε πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο δημοσίευμα της ε/φ Hurrıyet Daily News επισημαίνεται ότι η Τουρκία κατατάσσεται στην όγδοη θέση μεταξύ των δέκα πρώτων χωρών με την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη παγκοσμίως, σύμφωνα με το δικτυακό τόπο Globalfirepower.com .

Η κατάταξη των 113 χωρών (σ.σ.: η Ελλάδα βρίσκεται στην 28η θέση, η Γερμανία βρίσκεται μία θέση κάτω από την Τουρκία ενώ η Γαλλία βρίσκεται στην πέμπτη θέση. Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην έκτη θέση) βασίστηκε σε περισσότερα από 50 κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων της γεωγραφικής θέσης και των φυσικών πόρων, καθώς και στο σύνολο του εξοπλισμού που διαθέτει η κάθε χώρα.

Βάσει, λοιπόν, των στοιχείων για το 2017, η Τουρκία βρέθηκε στην όγδοη θέση, με συνολική βαθμολογία 0.2491.

Αναφέρεται ότι διαθέτει 41.6 εκατ. διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό, 35 εκατ. ικανούς για θητεία και 1,3 εκατ. άτομα σε στρατεύσιμη ηλικία.

Επίσης, η Τουρκία διαθέτει 743.415 στρατιωτικό προσωπικό, εκ των οποίων οι 382.850 είναι εν ενεργεία και οι υπόλοιποι 360.565 σε εφεδρεία.

Αναφορικά με τον εξοπλισμό, μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι ο εναέριος στόλος της Τουρκίας απαριθμεί 1.018 αεροσκάφη, εκ των οποίων τα 207 είναι μαχητικά και τα 207 είναι επιθετικά, ο ναυτικός 194 εκ των οποίων 16 φρεγάτες, 12 υποβρύχια και εννέα κορβέτες,  καθώς και, για το στρατό ξηράς, 2.445 τανκς, 7.550 θωρακισμένα οχήματα μάχης, 1.013 αυτοκινούμενα πυροβολικά και 697 ρυμουλκούμενα πυροβολικά, και 811 εκτοξευτές  ρουκετών.

Ο κρατικός προϋπολογισμός για την άμυνα αγγίζει τα 8,2 δισ. δολάρια, ενώ το σύνολο του εργατικού δυναμικού ανέρχεται στα 30,2 εκατ. Σημειώνεται, ότι στις τρεις πρώτες θέσεις βρέθηκαν οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα, αντιστοίχως.